Πριν από λίγα εικοσιτετράωρα η γαλλική κυβέρνηση, μήνυσε την Carrefour, έναν από τους μεγαλύτερους λιανέμπορους παγκοσμίως, για τις πιέσεις που ασκεί στους προμηθευτές της προκειμένου να εξασφαλίσει όλο και χαμηλότερες τιμές. Η καταχρηστική αυτή εμπορική πολιτική έχει επιφέρει πλήγμα στους προμηθευτές και στις αγροτικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ξεσηκωθεί, αναγκάζοντας τη γαλλική κυβέρνηση να αναλάβει δράση. Και απ’ ό,τι φαίνεται η μήνυση προς την Carrefour είναι μόνο η αρχή, αφού η γαλλική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να σύρει και άλλους λιανέμπορους στα δικαστήρια, για καταχρηστικές εμπορικές πρακτικές.
Αν διερωτάστε τι σχέση μπορεί να έχει η γαλλική κυβέρνηση, η Carrefour (σ.σ.: αποχώρησε από την Ελλάδα το 2012), με την ελληνική πραγματικότητα, την απάντηση δίνουν Έλληνες προμηθευτές, οι οποίοι τις τελευταίες εβδομάδες δέχονται έναν ανηλεή πόλεμο από μερίδα λιανεμπόρων για να τους παράσχουν έξτρα εκπτώσεις προκειμένου να παραμείνουν στα ράφια τους. Και όχι μόνο. Οι προμηθευτές καταγγέλλουν, πως μερίδα λιανεμπόρων, τους ζητούν να δώσουν εκτός από εκπτώσεις και “ζεστό” χρήμα, αντίστοιχου ποσού με το ύψος του "κουρέματος” που αποδέχθηκαν οι προμηθευτές με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης της Μαρινόπουλος.
Πώς εμπλέκονται τα κόκκινα δάνεια και οι τράπεζες
Εν αντιθέσει με το τι συμβαίνει στη Γαλλία, η κατάσταση στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πιο περίπλοκη και δεν περιορίζεται μόνο σε καταχρηστικές εμπορικές πρακτικές, οι οποίες φυσικά μένει να αποδειχθούν αν ισχύουν. Και αυτό διότι η αγορά βρίσκεται για 7η χρονιά σε ύφεση και γιατί μεγάλη μερίδα προμηθευτών βρίσκεται στην κυριολεξία στο “κόκκινο”.
Άλλωστε η λύση που προκρίθηκε στην περίπτωση της Μαρινόπουλος, μέσα από το deal διάσωσης που φέρει την υπογραφή της Σκλαβενίτης (σ.σ.: το σχέδιο εξυγίανσης βρίσκεται στα χέρια του Πολυμελούς Πρωτοδικείου όπου αναμένεται η απόφαση πιθανότατα μέσα στον Δεκέμβριο), κινήθηκε στη λογική του μη χείρον βέλτιστον.
Δηλαδή πρωταρχικός στόχος ήταν να αποφευχθεί ο ξαφνικός θάνατος του μεγαλύτερου βάσει δικτύου και ανοίγματος στην αγορά εγχώριου λιανέμπορου (σ.σ.: ο όμιλος Μαρινόπουλος χρωστά στην αγορά 1,8 δισ. ευρώ) και κατ’ επέκταση των 2.000 μικρομεσαίων, κατά βάση Ελλήνων προμηθευτών του, και αφ' ετέρου να μην διαταραχθεί η εύθραυστη ισορροπία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.
Η λογική ήταν και παραμένει, πως μέσω της "διάσωσης" της Μαρινόπουλος και παρά το «κούρεμα» των απαιτήσεων που έχουν οι προμηθευτές προς τον εν λόγω λιανέμπορο, να αποκατασταθεί η ισορροπία στην αγορά. Αυτό εκτιμάται πως θα επιτευχθεί και με την καταβολή από τον στρατηγικό επενδυτή, ήτοι του Σκλαβενίτη, του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού προς τους προμηθευτές της Μαρινόπουλος (σ.σ.: υπολογίζεται ότι είναι περί τα 320 εκατ. ευρώ) εντός 60 εργάσιμων ημερών από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί του deal. Μέσω αυτής της ροής χρήματος, σε μια στραγγισμένη αγορά, εκτιμάται πως θα υπάρξει μια ροή για την εξόφληση των οφειλών των προμηθευτών προς το Δημόσιο, τα Ασφαλιστικά Ταμεία και φυσικά τις τράπεζες. Αυτό είναι το "καλό" σενάριο.
Το "κακό" σενάριο, το οποίο απεύχονται οι τράπεζες, θέλει τους προμηθευτές να υποκύπτουν εν τέλει στις πιέσεις των υπολοίπων λιανεμπόρων και να δίνουν γη και ύδωρ, προκειμένου να παραμείνουν στο ράφι. Σε αυτή την περίπτωση τα χρήματα που θα μπουν στους λογαριασμούς τους με την ολοκλήρωση του deal διάσωσης της Μαρινόπουλος από τη Σκλαβενίτης (σ.σ.: πρόκειται για το 50% των συνολικών απαιτήσεων που έχουν από τη Μαρινόπουλος) δεν θα κατευθυνθούν για να "κλείσουν" τρύπες, π.χ. για την αποπληρωμή των "κόκκινων" δανείων τους, ενώ σοβαρός είναι ο κίνδυνος αρκετοί εξ αυτών είτε να περιορίσουν την παραγωγή τους είτε ακόμη και να κατεβάσουν ρολά.
Η διαπραγμάτευση για τον εξωδικαστικό μηχανισμό
Και όλα αυτά τη στιγμή που ένα από τα βασικά θέματα στην κυβερνητική ατζέντα είναι η επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, που αποτελούν και αντικείμενο της δεύτερης αξιολόγησης.
Πρωτεύον στόχος της νομοθετικής πρωτοβουλίας του υπουργείου Οικονομίας, δηλαδή του εξωδικαστικού μηχανισμού, είναι να εισέλθει η οικονομία και οι επιχειρήσεις σε μια κανονικότητα. Δηλαδή μέσα από αυτή τη διαδικασία να δοθεί επί της ουσίας μια δεύτερη ευκαιρία σε 400.000 νομικά πρόσωπα και μια “ανάσα” στους πιστωτές αυτών και δη στις τράπεζες όπου το σύνολο των επιχειρηματικών ανοιγμάτων αγγίζει τα 148 δισ. ευρώ εκ των οποίων το 44% είναι "κόκκινα".
Με βάση το προσχέδιο που έχει συντάξει το επιτελείο του υπουργείο Οικονομίας, ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται και θα ρυθμίζονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες, προμηθευτές και εργαζόμενους όσων επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών θα κάνουν χρήση του εξωδικαστικού μηχανισμού και κριθούν βιώσιμες θα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως στη λύση που τελικά θα συμφωνηθεί δεν αποκλείεται να περιλαμβάνεται και «κούρεμα» οφειλών ακόμη και στο κεφάλαιο ή «πάγωμα» απαιτήσεων. Βέβαια για να φθάσει ένα νομικό πρόσωπο, (μικρή, μεσαία μεγάλη επιχείρηση ή ελεύθερος επαγγελματίας), στο σημείο να συζητά με τους πιστωτές του λύσεις για την εξυγίανσή του θα πρέπει πρώτα να έχει κριθεί βιώσιμο, γιατί στην περίπτωση που δεν κριθεί βιώσιμο θα οδηγείται στην εκκαθάριση.
Αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εφόσον είχε προς τράπεζες οφειλή από δάνειο σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών ή δεν είχε ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία ή είχε ενημερότητα λόγω ρύθμισης ή δεν είχε ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΦΚΑ ή είχε ενημερότητα λόγω ρύθμισης κ.ά. Εκτός νόμου μένουν φυσικά ή νομικά πρόσωπο εφόσον: έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στον Νόμο Κατσέλη ή, εφόσον έχει πτωχευτική ικανότητα, στις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ή έχει εκδοθεί οριστική απόφαση υπαγωγής του οφειλέτη σε μία από τις παραπάνω κατηγορίες (π.χ. υπαγωγή στον Νόμο Κατσέλη) ή έχει συζητηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου η αίτηση και εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης. Χρήση του νόμου δεν μπορούν να κάνουν όσοι έχουν διακόψει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, βρίσκονται σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης, έχουν καταδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση το ίδιο το φυσικό πρόσωπο ή στην περίπτωση των νομικών προσώπων οι πρόεδροι, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διαχειριστές, οι εταίροι είτε με δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών για φοροδιαφυγή.
Ποιοι άλλοι πέραν των οφειλετών μπορούν να καταθέσουν αίτηση
Αίτηση, για την υπαγωγή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών μπορεί να καταθέσει ο οφειλέτης, αλλά όχι μόνο αυτός. Το Δημόσιο, οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ή οι Τράπεζες μπορούν ως πιστωτές να εκκινήσουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών κοινοποιώντας στον οφειλέτη με δικαστικό επιμελητή εξώδικη δήλωση, με την οποία τον καλούν να υπαχθεί στη διαδικασία του νόμου καταθέτοντας τη σχετική αίτηση. Η ρητή ή σιωπηρή άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει αίτηση έχει ως συνέπεια να μην δικαιούται να εκκινήσει ο ίδιος τη διαδικασία υπαγωγής μεταγενέστερα. Σιωπηρή άρνηση θεωρείται ότι υπάρχει εάν ο οφειλέτης δεν καταθέσει αίτηση για εκκίνηση της διαδικασίας εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της εξώδικης εγγράφου γνωστοποίησης.
Τι προβλέπεται για τους ασυνεπείς επιχειρηματίες
Η παράβαση από τον οφειλέτη όρων της συμφωνίας ρύθμισης, συμπεριλαμβανομένης και της μη καταβολής τριών διαδοχικών μηνιαίων δόσεων οφειλόμενων προς οποιοδήποτε πιστωτή καθώς και η μη πληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που γεννήθηκαν μετά την κατάρτιση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, παρέχει σε οποιοδήποτε πιστωτή το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας, καταθέτοντας αίτηση προς το Δικαστήριο που επικύρωσε τη σύμβαση.