Τέλος στην παραφιλολογία για λήψη προληπτικών μέτρων προκειμένου να παραμείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα έδωσε χθες ο εκπρόσωπος Τύπου του Ταμείου Τζέρι Ράις. Συγκεκριμένα χαρακτήρισε “Συνδεδεμένα και υπό την αίρεση (‘conditionality’) της επίτευξης συγκεκριμένων στόχων” τα μέτρα που απαιτούνται για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας και πρόσθεσε ότι δεν χρειάζεται να εφαρμοστούν εκ των προτέρων προκειμένου το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να δεχθεί να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα.
Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ διευκρίνισε ότι το Ταμείο καλωσορίζει την πρόθεση των Ευρωπαίων να θέσουν προς συζήτηση τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος στο επόμενο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου. Επανέλαβε δε ότι το ΔΝΤ θα δημοσιοποιήσει τον Δεκέμβριο την έκθεση για τη βιωσιμότητα χρέους (DSA) στο πλαίσιο της έκθεσης για την οικονομία (άρθρο 4).
Όπως τόνισε, το ΔΝΤ, για να αξιολογήσει τα μέτρα αυτά και την επίπτωση τους στο δημόσιο χρέος της χώρας, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν "απ’ αρχής" (upfront). Αντίθετα, τα μέτρα αυτά θα μπορούν να εφαρμόζονται ανάλογα με την πρόοδο που θα επιδεικνύει η Ελλάδα στο πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων. Όμως, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να λάβει τις αποφάσεις του το ΔΝΤ για την παραμονή στο πρόγραμμα είναι απαραίτητο να γνωρίζει το εύρος και το είδος των μέτρων αυτών.
Ο ίδιος επανέλαβε ότι το ΔΝΤ επιμένει στην αναπροσαρμογή των στόχων για το μεσοπρόθεσμο πρωτογενές πλεόνασμα τη Ελλάδας στο 1,5% του ΑΕΠ προκειμένου να μη χρειαστούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα. Όπως ανέφερε, τα μέτρα που περιλαμβάνει το υφιστάμενο πρόγραμμα είναι συμβατά με τον στόχο του 1,5% του ΑΕΠ. Ανέφερε δε ότι η Έκθεση Βιωσιμότητας του ΔΝΤ για το χρέος της Ελλάδας θα δημοσιοποιηθεί τον επόμενο μήνα.
Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ότι όσο το συντομότερο καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μεταξύ του ΔΝΤ, της ελληνικής κυβέρνησης και των Ευρωπαίων για το νέο πρόγραμμα (στο οποίο θα περιλαμβάνεται και το ΔΝΤ) τόσο το καλύτερο θα είναι για όλους.
Ερωτηθείς για τις συνέπειες από την εκλογική νίκη Τραμπ, παραδέχθηκε ότι, παρά τις θετικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου, η ανάπτυξη παρέμεινε «πολύ χαμηλή, για πολύ καιρό και για πολύ λίγους», γεγονός που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί.
Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ τόνισε ακόμη “Δεν ζητάμε περισσότερα μέτρα και περισσότερο λιτότητα”.