Μείωση των κεφαλαίων του προϋπολογισμού της Ε.Ε. για την Ελλάδα, κίνδυνος επιβράδυνσης της ανάπτυξης σε κύριους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, και αύξηση των επιτοκίων δανεισμού της χώρας είναι κάποιες από τις συνέπειες του Brexit στην ελληνική οικονομία, σύμφωνα με ειδική μελέτη της Eurobank. Στην έκθεση αναφέρεται ότι η Βρετανία είναι ένας από τους σημαντικότερους χρηματοδότες του κοινοτικού προϋπολογισμού. Συνεπώς, η αποχώρησή της από την Ε.Ε. δεν αποκλείεται να έχει άμεση επίπτωση στο μέγεθος του κοινοτικού προϋπολογισμού, με αρνητικές συνέπειες για τα συνολικά κεφάλαια που είναι σήμερα διαθέσιμα για την Ελλάδα (περί τα 35 δισ. ευρώ μέχρι το 2020).
Δεύτερον, η παρατεταμένη αβεβαιότητα που σχετίζεται με τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και τη νέα εμπορική σχέση μεταξύ της Βρετανίας και της Ε.Ε. ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας τόσο άμεσα, μέσω του εμπορίου και του τουρισμού, όσο και έμμεσα, μέσω της επιβράδυνσης της οικονομίας της Ευρωζώνης. Παράλληλα, δεν αποκλείεται να οδηγήσει στην προσθήκη ενός επιπλέον ασφάλιστρου κινδύνου (risk premium) στα διαφορικά αποδόσεων των κυβερνητικών ομολόγων των χωρών της Περιφέρειας και αυτών της Ελλάδας.
Σε ό,τι αφορά την πορεία των διαπραγματεύσεων με τους εταίρους, φαίνεται να υπάρχουν διιστάμενες απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, τα όποια περιθώρια ελαστικότητας των πιστωτών στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις δεν αποκλείεται να αυξηθούν προκειμένου να αποφευχθεί μια νέα κρίση. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η ψήφος της Βρετανίας υπέρ του Brexit ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης για την εφαρμογή των προαπαιτούμενων δράσεων που συνδέονται με την καταβολή της δεύτερης υποδόσης των 2,3 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο και της δεύτερης αξιολόγησης τον Οκτώβριο του 2016. Το κυριότερο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής σχετίζεται με την αύξηση του ευρωσκεπτικισμού σε χώρες της Ευρωζώνης μετά το δημοψήφισμα στη Βρετανία.