Η πλήρης ανατροπή των εργασιακών σχέσεων επήλθε με δύο διαδοχικούς μνημονιακούς νόμους. Ο πρώτος μνημονιακός νόμος επέφερε το πρώτο καίριο χτύπημα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, προβλέπονται την εισαγωγή των λεγόμενων "ειδικών επιχειρησιακών συμβάσεων", οι οποίες υπερισχύουν έκτοτε των κλαδικών, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον δρόμο επικράτησης των "ατομικών συμβάσεων εργασίας".
Ο δεύτερος μνημονιακός νόμος, στις αρχές του 2012, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στις συλλογικές συμβάσεις, κατεδάφισε τον κατώτατο μισθό, αχρήστευσε όλο το πλέγμα των θεσμικών κατακτήσεων και της διαιτησίας και συνολικά υλοποίησε σε απόλυτο βαθμό την πολιτική της "εσωτερικής υποτίμησης", οδηγώντας σε μειώσεις μισθών της τάξης του 40%. Έτσι δρομολογήθηκε η πλήρης επικράτηση των επιχειρησιακών συμβάσεων και η δυνατότητα των εργοδοτών να επιβάλουν ατομικές συμβάσεις εργασίας με όριο αμοιβής τα 586 ευρώ (μεικτά) του κατώτατου μισθού.
Επιχειρησιακές συμβάσεις
Αναλυτικά, το πρώτο Μνημόνιο ανέτρεψε το καθεστώς των ΣΣΕ που προέβλεπε ο Ν. 1876/1990. Η παράγραφος 5Α στο νομοσχέδιο (3899/2010) όριζε τα ακόλουθα:
1. Με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας είναι δυνατόν να αποκλίνουν από αυτές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και όχι πάντως κατώτερα από το επίπεδο της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία μπορεί να ανανεώνεται, ονομάζεται "ειδική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας". Οι ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπερισχύουν από τις αντίστοιχες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς περιορισμούς.
Οι ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις συνθήκες της αγοράς, με στόχο τη δημιουργία ή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και τη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
Με άλλα λόγια, "αίρεται μια βασική αρχή του εργατικού δικαίου, εκείνη της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του εργαζόμενου, μέσα από τη νομοθετική αναγνώριση της δυνατότητας να υπογράφονται επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις με δυσμενέστερο περιεχόμενο και να υπερισχύουν του αντίστοιχου των κλαδικών".
2. Επανακαθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής όσων εργάζονται με μερική απασχόληση, ώστε η αμοιβή τους, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής από τυχόν πρόσθετη εργασία, πέρα από αυτή που έχει συμφωνηθεί, να είναι ανάλογη με την αμοιβή του συγκρίσιμου εργαζόμενου (δηλαδή του εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης σε ανάλογη θέση εργασίας), χωρίς προσαυξήσεις.
3. Επεκτείνεται ο χρόνος της διαθεσιμότητας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα από 6 σε 9 μήνες.
4. Επανακαθορίζεται η διάρκεια της απασχόλησης εργαζομένων σε έμμεσο εργοδότη (με τυχόν παρατάσεις) στους 36 μήνες, από 18 που είναι σήμερα. Μετά την πάροδο των 36 μηνών, ο εργαζόμενος θεωρείται ότι έχει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη.
5. Ρυθμίζεται για πρώτη φορά με νόμο η δοκιμαστική περίοδος εργασίας, στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η δοκιμαστική περίοδος θα έχει διάρκεια έως 12 μήνες και η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη κάτι άλλο.
6. Επανακαθορίζεται ο χρόνος προειδοποίησης για την απόλυση εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας εργασίας από 12 μήνες έως 24 μήνες, σε έναν μήνα. Σε περίπτωση μη προειδοποίησης, τότε προβλέπεται αποζημίωση απόλυσης ενός μήνα.
Η ανατροπή συμβάσεων, μισθών διαιτησίας
Με τον δεύτερο μνημονιακό Νόμο 4046/2012 δρομολογήθηκε:
1. Μείωση του γενικού κατώτατου μισθού κατά 22% και κατάργηση της ΕΓΣΣΕ 2010-12. Ο βασικός μεικτός μισθός από 751 ευρώ πήγε στα 586 ευρώ. Το μεροκάματο από 33,57 ευρώ μεικτά πήγε στα 26,18 ευρώ μεικτά. Μείωση του γενικού κατώτατου μισθού κατά 32% για τους νέους μέχρι 25 ετών και για τους μαθητευόμενους. Από 751 ευρώ μεικτά στα 511 ευρώ μεικτά. Το μεροκάματό από 33,57 ευρώ μεικτά πήγε στα 22,83 ευρώ μεικτά. Μάλιστα, προβλέφθηκε ότι οι παραπάνω μειώσεις γίνονται μονομερώς από τον εργοδότη, χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου.
2.Μείωση του χρόνου μετενέργειας, μετά τη λήξη της ΣΣΕ, από 6 σε 3 μήνες. Από εκεί και πέρα διατηρούνται πλέον μόνο ο βασικός μισθός και τέσσερα επιδόματα, εφόσον προϋπάρχουν. Οι υπόλοιποι όροι των προηγούμενων ΣΣΕ καταργούνται χωρίς τη συναίνεση του εργαζόμενου.
3. Κατάργηση του δικαιώματος για μονομερή προσφυγή στη διαιτησία μετά την άρνηση της πρότασης του μεσολαβητή και καθιέρωση της από κοινού προσφυγής σε αυτήν. Έτσι, τα συνδικάτα δεν θα μπορούν πλέον να προσφεύγουν στον ΟΜΕΔ χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του εργοδότη, ενώ ταυτόχρονα προβλέπεται περιορισμός της διαιτητικής απόφασης στον καθορισμό του βασικού μισθού και ημερομισθίου.
4. Πάγωμα των αυξήσεων σε μισθούς και ωριμάνσεις μέχρι τη μείωση του ποσοστού ανεργίας στη χώρα κάτω από το 10%.
Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ