ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, ΦΟΙΒΟΣ ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ
Αύριο ξεκινάει η διαπραγμάτευση για την πρώτη αξιολόγηση με στόχο να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος Μαρτίου ή τις αρχές Απριλίου, όπως δήλωσε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, συμπεριλαμβανομένης της λύσης για το χρέος σε αυτό το χρονοδιάγραμμα. Σύμφωνα με κοινοτικές πηγές, την εβδομάδα που πέρασε τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών, "ολοκλήρωσαν έναν μεγάλο όγκο εργασίας σε τεχνικό επίπεδο", με τον αρμόδιο επίτροπο Πιέρ Μοσκοβισί, μάλιστα, να επισημαίνει ότι σημειώθηκε "πρόοδος", η οποία άνοιξε τον δρόμο για τον ερχομό των επικεφαλής τους αυτό το σαββατοκύριακο.
Πάντως, το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή πλευρά έπεισε το ΔΝΤ να έρθει και να ξεκινήσει η αξιολόγηση αποτελεί θετική εξέλιξη, με την κυβέρνηση να εκτιμάει ότι το Ταμείο αναγκάζεται να υποχωρήσει μπροστά στο γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζεται έτοιμη, τονίζοντας ότι δεν είναι προς το συμφέρον καμίας πλευράς να υπάρξουν καθυστερήσεις. Όπως, ανέφερε στην "Α" ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος, αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε στην Ελλάδα, το Ταμείο, είναι "ευαίσθητο" στη δημόσια κριτική, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι και η Ελλάδα εμφανίζεται τεχνικά προετοιμασμένη. Επίσης, η εκτίμηση της κυβέρνησης είναι ότι το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις δεν θα το έχει το ΔΝΤ, αλλά η ευρωπαϊκή πλευρά.
Σε κάθε περίπτωση, δημοσιονομικά και ασφαλιστικό αποτελούν τα δύο πιο καυτά ζητήματα της επερχόμενης συζήτησης, η οποία ξεκινά στη "σκιά" των διαρροών του ΔΝΤ, που φέρεται να εκτιμά πως για να επιτευχθεί ο στόχος του 2016 για πρωτογενές πλεόνασμα 0,50% του ΑΕΠ ή 872 εκατ. ευρώ θα απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα 1,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες σημείωναν στην "Α" πως τέτοιο ζήτημα δεν έχει τεθεί στην ελληνική πλευρά και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2015 θα είναι πολύ καλύτερα του αναμενομένου.
Αν η ελληνική κυβέρνηση πείσει τους θεσμούς ότι δεν υπάρχουν δημοσιονομικά κενά έως το 2018, γίνεται ευκολότερη και η συζήτηση για το ασφαλιστικό. Στον τομέα αυτό, επίσης δεν επιβεβαιώνεται η διαρροή του ΔΝΤ ότι ζητά μείωση συντάξεων κατά 15%. Προς το παρόν, οι θεσμοί στην Αθήνα έχουν εκφράσει επιφυλάξεις μόνο για το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων και για την ταχύτητα μείωσης των δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση ως ποσοστό του ΑΕΠ.