Στο 2ο εξάμηνο του 2016 αναμένεται να αρχίσει να ανακάμπτει η ελληνική οικονομία, καθώς θα αυξάνονται εμπιστοσύνη και εξαγωγές, αναφέρει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), στην εξαμηνιαία έκθεσή του (OECD Economic Outlook). Ο ΟΟΣΑ προβλέπει μείωση του ΑΕΠ κατά 1,4% φέτος και 1,2% το 2016, ενώ για το 2017 προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1%. «Η ανάκαμψη θα ενισχυθεί το 2017, καθώς οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η ισχυρότερη εξωτερική ζήτηση θα δώσουν ώθηση στις επενδύσεις και στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης» σημειώνει.
Για την ανεργία, ο ΟΟΣΑ προβλέπει μείωση του ποσοστού της φέτος στο 25,2% από 26,5% πέρυσι και περαιτέρω μείωση το 2016 στο 24,8% και το 2017 στο 23,4%. «Η ανεργία θα μειωθεί, αλλά βαθμιαία, κάτι που τονίζει τη σημασία των προσπαθειών για τη μείωση της φτώχειας» σημειώνει η έκθεση.
Ο πληθωρισμός (εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή) αναμένεται να είναι αρνητικός (-0,9%) φέτος, για να περάσει σε θετικό έδαφος το 2016 και το 2017 (0,7% και 0,5%, αντίστοιχα).
Το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,3% του ΑΕΠ φέτος από 3,6% πέρυσι και να αυξηθεί στο 7,7% το 2016 (λόγω και της πρόβλεψης για την κρατική στήριξη στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών) για να μειωθεί στο 1,5% του ΑΕΠ το 2017.
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί από 181,3% του ΑΕΠ πέρυσι στο 190% φέτος και στο 200% το 2016, πριν υποχωρήσει το 2017 στο 197,4% του ΑΕΠ. «Η επιτυχής διαπραγμάτευση για τη μείωση του βάρους χρέους μπορεί να περιορίσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη» σημειώνει η έκθεση.
Μετά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο ΟΟΣΑ ζητεί, μεταξύ άλλων, από την ελληνική κυβέρνηση στην ετήσια έκθεσή του ζητάει να επιβάλει αυξήσεις στη φορολογία των καυσίμων για λόγους περιβαλλοντικούς. «Απαιτούνται υψηλότερες τιμές για μη Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, έτσι ώστε να ενθαρρυνθεί η μείωση της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα μεσοπρόθεσμα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ΟΟΣΑ, που τυγχάνει και στενός συνεργάτης της ελληνικής κυβέρνησης, «φωτογραφίζοντας» έτσι την τιμή της βενζίνης, του πετρελαίου κίνησης και του πετρελαίου θέρμανσης, ενώ εμμέσως πλην σαφώς ανοίγει και θέμα αύξησης των τιμολογίων της ΔΕΗ, με δεδομένο ότι η βασική πηγή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ο διόλου οικολογικός λιγνίτης.
Οι τεχνοκράτες του Οργανισμού σημειώνουν, βέβαια, ότι οι αυξήσεις πρέπει να επιβληθούν με ήπιο τρόπο, έτσι ώστε να εξομαλυνθούν βραχυπρόθεσμα οι επιπτώσεις στα νοικοκυριά, που θα αντιμετωπίσουν υψηλότερους λογαριασμούς, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζουν με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτή η ήπια αύξηση.
Πάντως, αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ίδια την ώρα που ΟΟΣΑ ζητάει μεγάλες ανατιμήσεις στα ρυπογόνα καύσιμα, παρατηρεί ότι τα κίνητρα για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι πολύ γενναιόδωρα και πρέπει να επανεξεταστούν και βάζει στο στόχαστρο τα κίνητρα για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, τα οποία, σύμφωνα με τους οικονομολόγους του, συμβάλλουν στο ελλειμματικό ενεργειακό ισοζύγιο.