Του ΘΑΝΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια χώρα. Είχε δαντελωτές παραλίες και γαλανό ουρανό. Αλλά είχε και κάποια μικρά προβλήματα: μεγάλο χρέος και συμφεροντολόγους φίλους. Και ήρθε μια μέρα που αυτά τα προβλήματα συναντήθηκαν. Η χώρα έπεσε σε βαθιά οικονομική κρίση. Και προσέτρεξε στους ειδικούς οικονομικούς και χρηματοδοτικούς θεσμούς για βοήθεια. Αυτοί υποσχέθηκαν να βοηθήσουν ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα πρόδιδαν δύο θεμελιώδη "αγοραία" αξιώματα, τα οποία τα πιστεύουν σαν ευαγγέλιο:
* Πρώτον, "Η Κρίση Γεννά Ευκαιρίες".
* Δεύτερον, "Ο Πλερώνων έχει Πάντα Δίκιο" (όχι με "πληρώνων", αλλά με το "αγοραίο" "πλερώνων", όπως της θρυλούμενης χάλκινης επιγραφής με το ίδιο σύνθημα στο γραφείο γνωστού επιχειρηματία της νύχτας με ουκ ολίγες δικαστικές περιπέτειες).
Με βάση αυτά τα δύο ρητά, οι πιστωτές επέβαλαν να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στο πώς θα βγει η χώρα από την περιπέτεια, ώστε και τις "ευκαιρίες" της κρίσης να εκμεταλλευθούν, αλλά και να περάσουν τις πολιτικές τους χωρίς "μα και μου".
Πέρασε ένας χρόνος, πέρασε δεύτερος, αλλά ούτε ανάπτυξη ήλθε ούτε επιστροφή στις αγορές ούτε ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας της χώρας, όπως υπόσχονταν οι δανειστές. Και συνέχισαν να περνούν τα χρόνια. Και ο "ασθενής" άρχισε να συνειδητοποιεί πως οι "γιατροί" δεν ήταν ούτε "Μπάρναρντ" ούτε "γιακούμπ", αλλά σκιτζήδες με πτυχίο. Αυτή του η συνειδητοποίηση ήταν ένας από τους λόγους που ζήτησε να αλλάξει αγωγή, διαπιστώνοντας ότι τα ύποπτης ποιότητας "φάρμακα" που του έδιναν επιδείνωναν την κατάστασή του.
Στο "ιατρικό συμβούλιο" (πιστωτές) δεν ένιωσαν απλώς θιγμένοι, αλλά και οργισμένοι. Αμφισβητούνταν όχι απλώς η αυθεντία τους, αλλά και τα δύο θεμελιώδη αξιώματά τους. Επέλεξαν λοιπόν να παίξουν το παιχνίδι, ρευστότητας: όχι πια "παυσίπονα" στον ασθενή.
Οι ιθύνοντες της χώρας άρχισαν να ξύνουν την κούτρα τους και κατάφεραν να επιδείξουν μια αξιοσημείωτη ευρηματικότητα στο να μαζεύουν λεφτά. Και κατάφεραν να πληρώνουν τις δόσεις από τα χρωστούμενα, πότε δελεάζοντας τους πολίτες να πληρώνουν λίγο λόγο τις οφειλές τους, πότε με δάνεια από δημόσιους φορείς.
Οι πιστωτές ένιωσαν προσβεβλημένοι. Αισθάνθηκαν να αμφισβητούνται και έπαιξαν το πιο ισχυρό τους χαρτί: λίγο πριν από την προθεσμία για την ανανέωση του συμβολαίου συνεργασίας με τη χρεωμένη χώρα, αποφάσισαν να αφήσουν χωρίς λεφτά τις τράπεζές της.
Το σχέδιο συντονισμένο. Πρώτα έβαλαν τους επενδυτικούς σύμβουλους οίκων ("οίκοι" και δανειστές είναι συγκοινωνούντα δοχεία) να υποσχεθούν ασφαλείς αποδόσεις κεφαλαίων στους κατέχοντες που θα έβγαζαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό. Και με όφελος (προμήθειες και όχι μόνο) για τους οίκους.
Έμεναν όμως τα λεφτά των μεσαίων. Καθώς αυτοί δεν μπορούσαν να επενδύσουν σε "tailor made" προϊόντα σαν αυτά που προσφέρονταν στους μεγάλους, τους δόθηκε η εναλλακτική της συμμετοχή τους σε "pools". Θα έμπαιναν δηλαδή ομάδες 15-20 πελατών με 50-60 χιλιάρικα ο καθένας σε κοινά συμβόλαια "ευπρεπών" (επταψήφιων και οκταψήφιων αθροιστικά).
Και επειδή, όπως λέει η δημώδης ρήση, "Η Φτήνεια τρώει τον Παρά" επόμενος στόχος έγιναν οι μικρομεσαίοι, που με απλές φήμες (στα όρια της νομιμότητας ή και πέρα από αυτά όταν οι εισαγγελείς αδιαφορούν) για άδεια ΑΤΜ και με "ρεπορτάζ" για Ελληνίδες που έκρυβαν τα λεφτά τους στο καλοριφέρ, θα έτρεχαν να σηκώσουν τα λεφτά τους.
Και έκαναν και πολλά άλλα κόλπα...
Κάπου εδώ το παραμύθι παίρνει τέλος. Όμως δεν έχει μία εκδοχή το τέλος, αλλά δύο:
* Στην πρώτη, αποφασίζει ο ασθενής αν θα συνεχίσει χωρίς παυσίπονα.
* Στη δεύτερη αποφασίζει ο "γιατρός" αν θα αποκαλυφθεί στα μάτια της υφηλίου πως είναι "αλμπάνης σκιτζής" που σκότωσε τον ασθενή ή όχι.