Του Γιάννη Σιώτου
Τον 19ο αιώνα οι ηγεσίες της Ευρώπης προσπάθησαν να προχωρήσουν σε συνολική διευθέτηση του status της Ευρώπης, που θα διασφάλιζε τα συμφέροντα τους. Απέτυχαν. Καθώς δεν έλαβαν υπόψη τη βούληση των Ευρωπαίων.
Τηρουμένων των αναλογιών, σήμερα επιχειρείται ανάλογη διευθέτηση. Μπορεί η Ευρώπη του 19ου αιώνα να μην έχει καμία σχέση με τη σημερινή. Η διευθέτηση του τότε αφορούσε σύνορα, μειονότητες και πολιτικές διεκδικήσεις που ξεπερνούσαν -λόγω αποικιοκρατίας- τα όρια της Γηραιάς Ηπείρου. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν ξεπερασμένα, καθώς το πεδίο αντιπαράθεσης σήμερα εστιάζεται στην οικονομία. Αλλά η χειραγώγηση και ο έλεγχος της Ευρώπης εξακολουθεί να είναι το κεντρικό ζητούμενο. Όμως μέσω του ευρωπαϊκού ελέγχου οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι πάτρωνες προσδοκούν να αυξήσουν την επιρροή τους στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή.
Άλλες εποχές, άλλο οικονομικό περιβάλλον, άλλη πολιτική οργάνωση των χωρών, άλλο σύστημα διακυβέρνησης, αλλά κοινοί στόχοι. Τώρα, όπως και τότε, οι αντίπαλοι των ηγετών ήταν οι... Ευρωπαίοι πολίτες. Για να πετύχουν τον στόχο τους, θα έπρεπε να τους φιμώσουν, να τους χειραγωγήσουν και αν αποτυγχάνουν, να χρησιμοποιήσουν ακόμα και τη βία. Τελικά, στην πράξη αποδείχθηκε ότι η αντίδραση των λαών ήταν πολύ πιο ισχυρή από τις βουλές των αρχόντων και έτσι ξεκίνησε μια διαδικασία που το φινάλε της επεφύλασσε την εξαφάνιση των ισχυρών.
Σήμερα ο πόλεμος μπορεί να μην κρίνεται στα πεδία των μαχών, αλλά στις οθόνες των ντίλινγκ των τραπεζών και στα υπουργικά συμβούλια των Ευρωπαίων ισχυρών.
Όμως τα κίνητρα των Ευρωπαίων πολιτών, αυτών που πολεμούν για αντιμετωπίσουν τις βουλές των ισχυρών, είναι εξίσου ισχυρά με εκείνα των Ευρωπαίων του 19ου αιώνα. Η ανισότητα, η φτώχεια, η οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση, ο οικονομικός αφανισμός των ηλικιωμένων, η παιδική φτώχεια, ο αποκλεισμός από τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας, η περιβαντική υποβάθμιση, η όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση των πολιτικών ηγεσιών από τους οικονομικούς ολιγάρχες, η εξαφάνιση του ουμανισμού από την πολιτική, δίνουν πολύ ισχυρά κίνητρα για να αντισταθούν οι Ευρωπαίοι.
Όμως παρέχουν εξίσου ισχυρά επιχειρήματα για να πυκνώσουν οι γραμμές εκείνων που αρνούνται να αποδεχθούν το μέλλον που τους επιφυλάσσουν. Και αυτό διότι όλο και περισσότεροι θα συνειδητοποιούν ότι το μέλλον, είτε για τους ίδιους είτε για τα παιδιά τους, εξαιτίας της οικονομίας δεν θα είναι απλώς ζοφερό αλλά αδιέξοδο. Η προοπτική της πείνας, της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού εξαιτίας ενός οικονομικού δόγματος που αυξάνει τον πλούτο των λίγων με τα λεφτά και τις αποταμιεύσεις των πολλών είναι εξίσου ισχυρό κίνητρο με εκείνο των Ευρωπαίων που τον 19ο αιώνα εξεγέρθηκαν διεκδικώντας καλύτερους όρους και συνθήκες ζωής αλλά και ελευθερίες.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ελληνική υπόθεση δεν είναι παρένθεση. Αντίθετα, η επιμονή των ισχυρών σε πολιτικές που οδηγούν όλο και περισσότερους Ευρωπαίους στο περιθώριο μετατρέπουν το ελληνικό ζήτημα σε μείζον πολιτικό πρόβλημα για το ευρωπαϊκό μέλλον. Στην πραγματικότητα, οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, η νομισματική και η συναλλαγματική δυσκαμψία και η αποικιοκρατία του χρέους αργά η γρήγορα θα γυρίσουν μπούμερανγκ, τόσο στους επίδοξους Ευρωπαίους αυτοκράτορες όσο και στις αυτοκρατορίες τους.
Κοντολογίς, το μέλλον τούς επιφυλάσσει τύχη ανάλογη με εκείνη των Ευρωπαίων προγόνων τους του 19ου αιώνα.