ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ
Συζητήσεις με το επενδυτικό σχήμα που είχε επικρατήσει στον διαγωνισμό για την πώληση της Αστήρ Παλλάς και την αξιοποίηση του Αστέρα Βουλιαγμένης βρίσκονται η νέα διοίκηση του Ταμείου Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ) και η Εθνική Τράπεζα, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες. Στόχος των συζητήσεων, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές, είναι να παραμείνει το επενδυτικό σχήμα της Jermyn Street Real Estate Fund IV LP στον διαγωνισμό μετά την αρνητική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για το ειδικό χωροταξικό σχέδιο (ΕΣΧΑΔΑ), αλλά και να παραμείνει το τίμημα των μόλις 400 εκατ. ευρώ που είχαν προσφέρει οι πλειοδότες.
Η Jermyn Street Real Estate Fund IV LP, εκπροσωπούμενη από την AGC, η οποία κατά πλειοψηφία αποτελείται από δύο από τα κρατικά κεφάλαια από το Άμπου Ντάμπι και το Κουβέιτ και άλλους επενδυτές από χώρες της Μέσης Ανατολής, ανακηρύχθηκε, τον Φεβρουάριο του 2014, προτιμητέος επενδυτής από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και το ΤΑΙΠΕΔ για την απόκτηση του 90% των μετοχών της Αστήρ. Στο σχήμα που είχε επικρατήσει στον διαγωνισμό συμμετείχε και η τουρκική Dogus.
Την προηγούμενη εβδομάδα η AGC είχε ανακοινώσει πως «εξεπλάγη και απογοητεύτηκε όταν ενημερώθηκε ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε πως το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος προτείνεται μη νομίμως, καθώς αυτό είχε υποβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν πρότασης των συναρμοδίων υπουργών Οικονομικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και αποτελεί μια εκ των αναβλητικών αιρέσεων για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης της Αστήρ Παλλάς Βουλιαγμένης Α.Ξ.Ε ('Αστήρ')».
Μάλιστα υποστήριζε πως η απόφαση του ΣτΕ «φαίνεται να ματαιώνει την κρατική διαδικασία πώλησης. Σε συνέχεια αυτής της εξέλιξης, η AGC εξετάζει τους όρους της Σύμβασης Μεταβίβασης Μετοχών και των λοιπών σχετικών εγγράφων». Θεωρεί, επίσης, ότι «κατόπιν της έκδοσης του εν λόγω Πρακτικού από το Συμβούλιο της Επικρατείας, η κεφαλαιοποίηση αγοράς της Αστήρ έχει υποχωρήσει κάτω από τα 150.000.000 ευρώ, ποσό σημαντικά χαμηλότερο από τη συμφωνηθείσα τιμή αγοράς, άνω των 400.000.000 ευρώ, ανταποκρινόμενη έτσι σε πολύ χαμηλότερη αξία, μετά την απόρριψη του σχετικού σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος».