ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΜΠΑΛΗ
Επειδή αύριο οι εκλογές θα έχουν τελειώσει και μαζί τους -ελπίζω- όλη η υστερική προεκλογική κινδυνολογία, έχει ένα νόημα να δούμε πόσο δύσκολη θα είναι η επόμενη μέρα για την Ελλάδα στο... εξωτερικό μέτωπο. Με μια πρόταση, η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη, ίσως πολύ δύσκολη, αλλά όχι αδιέξοδη. Η επόμενη κυβέρνηση της χώρας θα έχει περιθώρια διαπραγμάτευσης, δεν πρόκειται απλώς να χτυπάει το κεφάλι της στον τοίχο. Το πόσο στενά ή φαρδιά θα είναι τα περιθώρια αυτά, θα εξαρτηθεί τόσο από τη διαπραγματευτική τακτική της νέας κυβέρνησης -και την πιθανή δυναμική που θα δημιουργήσει στην Ευρώπη- όσο και από την ευελιξία των εταίρων.
Υπάρχει μια τέτοια ευελιξία; Η απάντηση είναι κατ' αρχάς θετική, καθώς τα μηνύματα που έχουν στείλει οι εταίροι τις τελευταίες μέρες είναι μεν αυστηρά -«μην ξεχνάτε ότι ισχύουν οι συμφωνίες μιας χώρας με οποιαδήποτε κυβέρνηση», επιμένουν όλοι οι θεσμικοί παράγοντες-, αλλά δεν είναι απαγορευτικά για μια νέου τύπου διαπραγμάτευση.
Απαγορευτικό, για παράδειγμα, θα ήταν να αποκλειόταν εκ των προτέρων η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ωστόσο, ο διοικητής της Μάριο Ντράγκι ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την Ελλάδα», πλην όμως ισχύουν και οι υφιστάμενοι όροι, ότι η χώρα θα πρέπει να είναι σε πρόγραμμα και να τηρεί τις δεσμεύσεις της. Καθώς θέμα αγοράς ελληνικών ομολόγων θα τεθεί λόγω ποσόστωσης το νωρίτερο τον Ιούλιο, υπάρχουν τα περιθώρια μέχρι τότε να βρεθεί ένας -δύσκολος- συμβιβασμός.
Σε πρώτη φάση, πάντως, η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών είναι εξασφαλισμένη και από τον έκτακτο μηχανισμό ELA της Τράπεζας της Ελλάδος, για τη χρήση του οποίου θα αποφασίζει ανά 15νθήμερο η EKT, χωρίς να είναι προαπαιτούμενο να είναι η χώρα σε πρόγραμμα, όπως διευκρίνισαν από τη Φραγκφούρτη. Προϋπόθεση είναι να είναι οι τράπεζες φερέγγυες και να διαθέτουν τις απαραίτητες διασφαλίσεις - κάτι που υποτίθεται ότι ισχύει μετά την επιτυχία τους στα τεστ αντοχής της ΕΚΤ το φθινόπωρο.
Απαγορευτικό θα ήταν, επίσης, να απειλούσαν εκ των προτέρων οι εταίροι ότι δεν συζητάνε τίποτε με μια «αριστερή ριζοσπαστική» κυβέρνηση, όπως περίπου έκαναν το 2012. Κι όμως, ακόμη και η «σκληρή» Άνγκελα Μέρκελ, που ποτέ δεν ξεχνάει να τονίσει ότι το δόγμα είναι «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη έναντι ιδίας ευθύνης», φρόντισε να πει προχθές από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, πως «η εμπειρία στην κρίση του ευρώ δείχνει ότι πάντα βρίσκουμε μια ευρωπαϊκή λύση, βασιζόμενοι σε αυτές τις δύο όψεις του νομίσματος - αλληλεγγύη και ιδία ευθύνη».
Για τη Γερμανίδα καγκελάριο, όπως άλλωστε και για τους αξιωματούχους της Κομισιόν και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η «απειλή» της εκδίωξης της Ελλάδας από το ευρώ δεν είναι στο τραπέζι - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αίφνης η Μέρκελ θα γίνει ιδιαίτερα... υποχωρητική έναντι της Ελλάδας. Πάντως, για «απαράδεκτη» υποχωρητικότητα την κατηγόρησαν την Πέμπτη μια σειρά πολιτικοί από το ίδιο της το κόμμα, διότι «άφησε ακάλυπτη την Bundesbank», όπως είπαν, και δεν σταμάτησε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του Ντράγκι, που «ακολουθεί λανθασμένη πορεία».
Πράγματι, τα 1,1 τρισεκατομμύρια ευρώ που θέλει να ρίξει ο Ντράγκι στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσω επαναγοράς κρατικών ομολόγων, αγοράς καλυμμένων ομολογιών και ενυπόθηκων τίτλων ιδιωτικών τραπεζών και επιχειρήσεων, είναι σχεδόν διπλάσια από όσα «αντέχει» η νομισματική κουλτούρα της Γερμανίας, ενώ σαφής ήταν η αντίρρηση της Bundesbank στο να ξεκινήσει τόσο νωρίς -από τον Μάρτιο- το πρόγραμμα και να κρατήσει τόσο πολύ -τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016 και με ρυθμό 60 δισεκατομμυρίων μηνιαίως. Η μόνη -σημαντική- παραχώρηση που έκανε ο Ντράγκι στους Γερμανούς ήταν η μοιρασιά του ρίσκου, στην περίπτωση που δεν είναι εφικτό να αποπληρωθούν ομόλογα και ομολογίες. Το 80% του ρίσκου θα το φέρουν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και το 20% το σύνολο της Ευρωζώνης. Για παράδειγμα, εάν η Ιταλία δεν μπορέσει κάποια στιγμή να αποπληρώσει τα ομόλογά της, το 80% των ζημιών θα το υποστεί η Τράπεζα της Ιταλίας. «Κοινό ρίσκο» -δηλαδή ανάλογα με το ποσοστό κάθε χώρας στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ- υπάρχει για τα ομόλογα των ευρωπαϊκών οργανισμών (π.χ. της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων), οι αγορές των οποίων, σύμφωνα με τον Ντράγκι, θα φτάνουν το 12% του συνόλου, αλλά και για το 8% του συνόλου των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης.
Απαγορευτικό θα ήταν και ένα καθολικό, απόλυτο «όχι» στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει βρει μέχρι τώρα λίγους υποστηρικτές για μια ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος, αλλά και μόνο η επιμονή σ' αυτή την ιδέα έχει ανοίξει μια από καιρό κλεισμένη συζήτηση -και λόγω της επιμονής της κυβέρνησης Σαμαρά στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους- για περαιτέρω ελάφρυνσή του. Εντυπωσιακή ήταν η στροφή του «σκληρού» πρωθυπουργού της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, ο οποίος είχε απειλήσει προ ημερών με ένα «βροντερό όχι» σε κάθε ενδεχόμενο κουρέματος του χρέους, για να πει την Πέμπτη από το βήμα του Νταβός ότι η χώρα του «θα συζητούσε επιμηκύνσεις των ωριμάνσεων και αλλαγές στους όρους του ελληνικού χρέους, αλλά όχι και διαγραφή». Με τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας, Έντα Κένι, στο πλάι του να δηλώνει ότι συμφωνεί.
Επιπλέον, πλήθυναν τις τελευταίες μέρες οι... διαρροές από τις Βρυξέλλες στον γερμανικό Τύπο ότι πλέον συζητιέται «ελάφρυνση» του χρέους και εντός της ΕΚΤ και εντός της Κομισιόν, μέσω σημαντικής επιμήκυνσης των ωριμάνσεων των δανείων και «σχεδόν μηδενισμού» των επιτοκίων, για ένα μεγάλο διάστημα.
Συνολικά οι εταίροι τηρούν στάση αναμονής, αν και είναι σχεδόν βέβαιοι ότι την επόμενη μέρα θα έχουν να κάνουν με τον πρώην «μπαμπούλα» του ΣΥΡΙΖΑ, με τον οποίο πλέον θεωρούν ότι αργά ή γρήγορα θα βρουν ένα modus vivendi. Σε κάθε περίπτωση, αρχικά θέλουν να δείξουν ότι σέβονται τις δημοκρατικές επιλογές των λαών, ότι δεν «ταπεινώνουν» με το καλημέρα σας την εκλεγμένη κυβέρνηση μιας χώρας, μόνο και μόνο επειδή δεν τους αρέσει. Αυτό σημαίνει ότι θα της δώσουν ένα μικρό χρονικό περιθώριο να ξεδιπλώσει τη διαπραγματευτική της τακτική, καθώς οι περισσότεροι έχουν την εμπειρία από τις χώρες τους ότι μια κυβέρνηση δεν σχηματίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη.
Το περιθώριο αυτό θα στενέψει ασφυκτικά, εάν την επομένη των εκλογών κυριαρχήσει η εντύπωση ότι είναι ανέφικτος σχηματισμός κυβέρνησης και ότι μπορεί να υπάρξει αμέσως νέα εκλογική αναμέτρηση. Άλλωστε, αυτό το σενάριο της ακυβερνησίας είναι ο χειρότερος εφιάλτης των εταίρων - και όχι μόνο.