Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή
Ο σούπερ Μάριο Ντράγκι μίλησε. Και είπε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αγοράσει κρατικά ομόλογα, καλυμμένες ομολογίες και ενυπόθηκους τίτλους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, συνολικής αξίας 1,1 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Με ρυθμό 60 δισεκατομμύρια τον μήνα, αρχής γενομένης από τον Μάρτιο και σίγουρα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016. Οι αγορές θα γίνονται αναλογικά με το μετοχικό κεφάλαιο κάθε κράτους - μέλους της Ευρωζώνης στην ΕΚΤ (το ποσοστό της Ελλάδας είναι 2,89% και της Κύπρου 0,21%), ενώ συντονιστής των αγορών θα είναι η ΕΚΤ. «Μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τη νομισματική πολιτική, η οποία είναι και παραμένει ενιαία», τόνισε ο Ντράγκι.
Για την Ελλάδα
Από την αγορά ομολόγων δεν αποκλείεται η Ελλάδα -«δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την Ελλάδα» είπε-, πλην όμως ισχύουν και οι υφιστάμενοι όροι, ότι η χώρα θα πρέπει να είναι σε πρόγραμμα και να τηρεί τις δεσμεύσεις της. Επιπλέον ο Ντράγκι τόνισε ότι υπάρχουν ανώτατα όρια για το πόσα ομόλογα θα αγοράζονται από κάθε χώρα, τα οποία θα ενεργοποιηθούν από τον Ιούλιο. Κοντολογίς, θέμα αγοράς ελληνικών ομολόγων θα τεθεί το νωρίτερο τον Ιούλιο. Όσο για τo έμμεσο ερώτημα που τέθηκε από τη Wall Street Journal, τι θα γίνει εάν μια χώρα βγει από το ευρώ -χωρίς αυτή να κατονομαστεί-, ο Ντράγκι το προσπέρασε.
Το ρίσκο πιθανών απωλειών από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μοιράζεται 80:20. Το 80% του ρίσκου θα το φέρουν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες και το 20% το σύνολο της Ευρωζώνης. Για παράδειγμα, εάν η Ιταλία δεν μπορέσει κάποια στιγμή να αποπληρώσει τα ομόλογά της, το 80% των ζημιών θα το υποστεί η Τράπεζα της Ιταλίας. «Κοινό ρίσκο» -δηλαδή ανάλογα με το ποσοστό κάθε χώρας στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ- υπάρχει για τα ομόλογα των ευρωπαϊκών οργανισμών (π.χ. της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων), οι αγορές των οποίων, σύμφωνα με τον Ντράγκι, θα φτάνουν το 12% του συνόλου, αλλά και για το 8% του συνόλου των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης.
Το μπαλάκι στις τράπεζες μέσω... προστίμων
Στόχος του προγράμματος που ανακοίνωσε ο Ντράγκι είναι «η μεσοπρόθεσμη αύξηση του πληθωρισμού στα επιθυμητά επίπεδα, λίγο κάτω από το 2%», και «θα συνεχιστεί μέχρι αυτό να επιτευχθεί». «Στόχος μας είναι να ενισχύσουμε τη ρευστότητα στην Ευρωζώνη», πρόσθεσε ο Ντράγκι, και στο ερώτημα που του τέθηκε πώς είναι βέβαιος ότι αυτή θα περάσει από τις τράπεζες στην πραγματική οικονομία, η απάντησή του ήταν «εάν οι τράπεζες συνεχίσουν να παρκάρουν τα χρήματα στην ΕΚΤ, θα υφίστανται αρνητικά επιτόκια (πρόστιμα)». Ο διοικητής της ΕΚΤ ξεκαθάρισε ότι η αγορά κρατικών ομολόγων δεν έχει τη λογική να δώσει περιθώρια στα κράτη - μέλη να χρηματοδοτήσουν τον προϋπολογισμό τους, αλλά να επιτρέψει στους οργανισμούς «που θα προβούν στην πώληση τίτλων να μπορούν να αγοράσουν άλλα περιουσιακά στοιχεία και να διευρύνουν την παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία».
Ντράγκι: Ο καθένας να κάνει τη δουλειά του
Σύμφωνα με τον Ντράγκι, η δουλειά της ΕΚΤ είναι να τοποθετεί τις «βάσεις» στην οικονομία, αλλά είναι δουλειά των κυβερνήσεων «να κάνουν μεταρρυθμίσεις και να εξυγιάνουν με αναπτυξιακή λογική τους προϋπολογισμούς τους» και είναι δουλειά της Κομισιόν «να εφαρμόσει το ταχύτερο το επενδυτικό σχέδιο Γιούνκερ», καθώς «ο χρόνος είναι εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας».
Οι πρώτες αντιδράσεις στις ανακοινώσεις Ντράγκι ήταν να κάνουν πάρτι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, να πέσει η ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου σε χαμηλό 11ετίας στα 1,144 δολάρια και να μειωθούν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων για τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία. Παράλληλα, έσπευσε να ευθυγραμμιστεί με την ΕΚΤ και η Τράπεζα της Δανίας, η οποία επίσης αύξησε τα «πρόστιμα» για τις τράπεζες που παρκάρουν τα λεφτά τους εκεί στο 0,35%.
Η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ χαιρέτισε την απόφαση της ΕΚΤ, καθώς, όπως δήλωσε, το πρόγραμμα θα βοηθήσει «να μειωθεί το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη, να αυξηθούν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να μειωθεί το ρίσκο μιας μακριάς φάσης χαμηλού πληθωρισμού».
Οι γερμανικές γκρίνιες
Οι πρώτες γκρίνιες ακούστηκαν από τη Γερμανία, καθώς το πρόγραμμα είναι και μεγαλύτερου ύψους και μεγαλύτερης διάρκειας από όσο «αντέχει» η νομισματική κουλτούρα της Bundesbank, με τον βουλευτή των κυβερνώντων Χριστιανοκοινωνιστών Πέτερ Γκάουβαϊλερ να απειλεί ότι θα προσφύγει και πάλι στο συνταγματικό δικαστήριο ενάντια στις αγορές κρατικών ομολόγων, με μια σειρά οικονομικούς παράγοντες να επισημαίνουν ότι ο Ντράγκι βιάστηκε να χρησιμοποιήσει το τελευταίο του ατού και να αμφισβητούν τις θετικές επιπτώσεις του προγράμματος, και τις ασφαλιστικές εταιρείες να κλαίνε με μαύρο δάκρυ.
Να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι ο Ντράγκι αποδέχτηκε τη μοιρασιά του ρίσκου που απαιτούσαν οι Γερμανοί. Στο ερώτημα, δε, εάν η απόφαση για το πρόγραμμα ελήφθη ομόφωνα, ο Ντράγκι απάντησε, υπομειδιώντας, ότι «ήταν τόσο μεγάλη η πλειοψηφία υπέρ της χρήσης του εργαλείου της αγοράς ομολόγων ώστε δεν χρειάστηκε να ψηφίσουμε». Θα έχει πάντως πολύ ενδιαφέρον να δούμε τα πρακτικά αυτής της ιστορικής συνεδρίασης του διευθυντηρίου της ΕΚΤ, τα οποία τις επόμενες μέρες θα δοθούν για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, στο πλαίσιο της νέας πολιτικής διαφάνειας της ΕΚΤ.
Πάντως, η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, μιλώντας από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, σχεδόν ταυτόχρονα με τη συνέντευξη Τύπου του Ντράγκι στη Φραγκφούρτη, υποστήριξε ότι, παρά την απόφαση της ΕΚΤ -«την οποία η ευρωτράπεζα παίρνει απολύτως ανεξάρτητα»-, η Γερμανία θα επιμείνει στο πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης και μεταρρυθμίσεων. «Για μένα είναι σημαντικό οι κυβερνήσεις να κάνουν αποφασιστικά τη δουλειά τους και να μην επαναπαύονται ότι η αγορά χρόνου θα τις απελευθερώσει από την αναγκαιότητα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Κάλεσε δε την Ευρώπη «να εξυγιάνει τους προϋπολογισμούς της, με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων των κρατικών ομολόγων», καθώς κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί «όταν τα επιτόκια θα γίνουν πάλι εντελώς κανονικά».
Με το βλέμμα στις ελληνικές κάλπες
Καθώς το επόμενο «καυτό» ραντεβού για την Ευρωζώνη είναι οι ελληνικές εκλογές της Κυριακής, η Μέρκελ μίλησε στο Νταβός και για την Ελλάδα, δηλώνοντας πεπεισμένη ότι η χώρα «θα συνεχίσει να επιδεικνύει το ίδιο αίσθημα ευθύνης». Αναφερόμενη στην επομένη των εκλογών η Μέρκελ είπε ότι «αυτό θα το συζητήσουμε τότε», πλην όμως «η εμπειρία στην κρίση του ευρώ δείχνει ότι πάντα βρίσκουμε μια ευρωπαϊκή λύση, βασιζόμενοι σε αυτές τις δύο όψεις του νομίσματος - αλληλεγγύη και ιδία ευθύνη».
Αλλά και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε πάλι χθες ότι «οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα πρέπει να γίνουν σεβαστές από οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση», αν και ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμεί να εμπλακεί στην πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα, αφού «εναπόκειται στους Έλληνες να αποφασίσουν ποιος θα τους κυβερνήσει».
Την ίδια ώρα, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ, ερωτηθείς εάν βλέπει ένα Grexit ως πιθανή έκβαση των ελληνικών εκλογών, απάντησε αρνητικά και δήλωσε ότι το Ταμείο θα «συνεργαστεί πλήρως» με οποιαδήποτε κυβέρνηση εκλεγεί στην Ελλάδα.
Εντυπωσιακή, τέλος, ήταν η όψιμη προθυμία για διαπραγμάτευση με την Ελλάδα για το ζήτημα του χρέους του πρωθυπουργού της «σκληρής» Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, ο οποίος τόνισε από το βήμα του Νταβός ότι η χώρα του «θα συζητούσε επιμηκύνσεις των ωριμάνσεων και αλλαγές στους όρους του ελληνικού χρέους, αλλά όχι και διαγραφή». Με τον Στουμπ συμφώνησε και ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Έντα Κένι, που συμμετείχε στο ίδιο πάνελ.