Αποστομωτική είναι η έρευνα για τις συκοφαντικές κορώνες περί του υπερτροφικού δημόσιου τομέα, καθώς, όπως καταγράφεται τεκμηριωμένα, ουδέποτε απείχε από τα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Όπως περιγράφει η μελέτη, το πιο συνηθισμένο μέτρο που χρησιμοποιείται στην οικονομική βιβλιογραφία για την προσέγγιση του μεγέθους του δημόσιου τομέα είναι το ύψος των δημοσίων δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά για τις ευρωπαϊκές χώρες κατά την περίοδο 2001-2012 (βλέπε και Πίνακα 2), έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, το μέγεθος του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα με βάση τον δείκτη των δημοσίων δαπανών (ως επί τοις εκατό του ΑΕΠ) υπολειπόταν από το αντίστοιχο μέγεθος του δημόσιου τομέα στις χώρες της Ε.Ε.-27.
Πράγματι, την περίοδο 2001-2006 οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης στην Ελλάδα ήταν κατά μέσο όρο 45,4% του ΑΕΠ έναντι 46,4% για τον μέσον όρο των χωρών της Ε.Ε. και 47,2% για τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης. Τα επόμενα τρία χρόνια και έως την αρχή της τρέχουσας κρίσης, ακολούθησε μία δραματική αύξηση των δημοσίων δαπανών τόσο για της περισσότερες χώρες της Ε.Ε. όσο και κυρίως για την Ελλάδα. Έτσι, το 2009 οι δημόσιες δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκαν στο 51,0% του ΑΕΠ για τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.-27 (Ευρωζώνη: 51,2%) και στο 54,0% για την Ελλάδα. Στην περίοδο των Μνημονίων για την Ελλάδα (2010-12) οι δημόσιες δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ περιορίστηκαν για τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (2012: 49,3%), ενώ αντίθετα η δραματική συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,1% το 2011 και 6,4% το 2012 είχε αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ στην περίπτωση της Ελλάδας (2012: 54,8%).
Με άλλα λόγια, από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι έως την αρχή της τρέχουσας κρίσης και κυρίως έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η Ελλάδα ανήκε στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών με μέγεθος δημόσιου τομέα πολύ κοντά στον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Πράγματι το σύνολο των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης ήταν το 2010 (πρώτο έτος Μνημονίου) για την Ελλάδα 51,4% του ΑΕΠ, όσο περίπου ήταν για τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης (51,0%), αλλά και για την Ολλανδία (51,3%), την Πορτογαλία (51,5%), την Ισλανδία (51,6%), τη Σλοβενία (50,6%) και την Ιταλία (50,4%).
Στο κομμάτι αυτό της έρευνας καταγράφονται και δύο σημαντικές παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά το εκτεταμένο μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα, που σύμφωνα με εκτιμήσεις μελετών που συχνά έρχονται στη δημοσιότητα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 25%-30%, που είναι υψηλότερο του μέσου όρου των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (έχουν παραοικονομία περίπου 15%) και κυρίως των χωρών του Βορρά.
Εάν τα μεγέθη του ΑΕΠ συμπεριλάβουν και αυτό το μέγεθος της παραοικονομίας, τότε ο μέσος όρος των δημοσίων δαπανών στην Ελλάδα είναι βέβαιο ότι θα βρίσκεται και πάλι πολύ κοντά σε αυτόν των ευρωπαϊκών χωρών. Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη μεγάλη συρρίκνωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά την περίοδο της τρέχουσας κρίσης σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κάτι που έχει οδηγήσει από μόνο του σε αυξημένο ποσοστό συμμετοχής του δημόσιου τομέα στο ΑΕΠ στην περίοδο των Μνημονίων.