Θεσσαλονίκη: Η απροθυμία που επέδειξε η ελληνική κυβέρνηση να πάρει έστω και ένα ευρώ από την "Ελληνικός Χρυσός", μετά την πρώτη «καμπάνα» της Ε.Ε. για το ξεπούλημα των μεταλλείων της Χαλκιδικής, με τίμημα που δεν ανταποκρίνεται στην αξία της περιουσίας τους, είναι παροιμιώδης και τελικά οδήγησε στη χθεσινή καταδίκη της χώρας μας στο ΔΕΕ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν η βουλευτής Χαλκιδικής του ΣΥΡΙΖΑ Κατερίνα Ιγγλέζη ζήτησε με αίτηση κατάθεσης εγγράφων να πληροφορηθεί πόσα χρήματα μπήκαν στα κρατικά ταμεία από την παράνομη κρατική ενίσχυση της Ελληνικός Χρυσός και κατ' εκτέλεση της σχετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος Ασημάκης Παπαγεωργίου της κοινοποίησε ότι το υπουργείο απέστειλε τα σχετικά έγραφα προς την εταιρεία μόλις στις 15/6/2012 και στις 24/9/12, δηλαδή με καθυστέρηση ενός χρόνου…
Το περίεργο είναι ότι η εταιρεία στη δική της απάντηση, μετά τις χθεσινές εξελίξεις στο ΔΕΕ, απάντησε ότι «η επίσημη κοινοποίηση της οφειλής προς την "Ελληνικός Χρυσός" έγινε στις 25 Απριλίου 2012». «Η εταιρεία μας -συνεχίζει η ανακοίνωση- "ανταποκρίθηκε άμεσα με κατάθεση εγγυητικής επιστολής και τμηματική καταβολή της οφειλής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 30 Ιουνίου 2013. Παράλληλα ανακτήθηκε η κατατεθείσα εγγυητική επιστολή. Το ύψος της οφειλής αφορούσε 21,6 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων τόκων. Η εν λόγω οφειλή τελεί υπό την αίρεση της αναμενόμενης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στο οποίο έχει προσφύγει η Εταιρεία». Εξάλλου στην απόφαση του ΔΕΕ γίνεται σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση τον Απρίλιο του 2011 προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής και μόνο όταν η Επιτροπή προσέφυγε κατά της Ελλάδας, εκτιμώντας ότι η κυβέρνηση «δεν είχε λάβει εντός των προθεσμιών όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεώς της», μόνο τότε κινήθηκε το αρμόδιο υπουργείο. Γι' αυτό και χθες το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι «μέχρι τις 23/6/2011 η Ελλάδα δεν είχε λάβει κανένα μέτρο εκτέλεσης της αποφάσεως της Επιτροπής και ότι η επίμαχη ενίσχυση, στο σύνολό της, δεν είχε ανακτηθεί. Διαπιστώνει επίσης ότι η αίτηση παρατάσεως κοινοποιήσεως πληροφοριών που υπέβαλε η Ελλάδα δεν περιείχε καμία αιτιολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφανθεί».