"Έλα να ζεσταθείς κοντά στη φωτιά, γιε μου και το πρωί θα έλθει σύντομα. Θα σου πω ιστορίες ενός καλύτερου καιρού, σε ένα μέρος που κάποτε ξέραμε. Πριν μαζέψουμε τις βαλίτσες μας και αφήσουμε όλα αυτά στη σκόνη. Είχαμε ένα μέρος που μπορούσαμε να το πούμε σπίτι και μια ζωή που κανένας δεν μπορούσε να αγγίξει". Με αυτούς τους στίχους ξεκινά το Prayer of the refugee (μτφρ: Προσευχή του πρόσφυγα) των Rise Against, περιγράφοντας την αρχή κάθε ιστορίας ξενιτιάς, κάθε ξεριζωμού. Ένα ταξίδι που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στη χώρα μας, χωρίς πάντα να είναι η ίδια ο προορισμός τους, αλλά ένα μέρος για να ξαποστάσουν οι κυνηγημένοι από τη φτώχεια, τις διώξεις ή τον πόλεμο.
Με αφορμή το 17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ που σήμερα τελειώνει, συναντήσαμε δύο από αυτούς τους ανθρώπους και μοιράστηκαν μαζί μας τις ιστορίες τους. Βρήκαμε τη Lauretta Macauley, από την Ένωση Αφρικανών Γυναικών, μόλις είχε πάρει τους απολυτήριους βαθμούς της από την πρώτη Λυκείου, και τον Joan Koshkar, που μας δίδαξε πως ακόμα και σε ένα κελί ή σε ένα, πόλεμο η ανθρωπιά δεν πεθαίνει.
Η ιστορία της Lauretta Macauley: Μια προσφυγοπούλα που αντιμετωπίστηκε ως μετανάστρια
Είμαι από τη Σιέρρα Λεόνε. Έφυγα από εκεί το 1982. Είχαμε τότε δικτατορία στη χώρα μου και αποφάσισα να φύγω γιατί τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα, δεν μπορούσα να ζήσω εκεί, είχαμε μεγάλο πρόβλημα να προμηθευτούμε ακόμα και βασικά αγαθά. Ήμουν τότε 18 ετών και έφυγα μόνη μου, γιατί δεν ήξερα πού θα πάω για να πάρω και το παιδί μου μαζί. Δεν ήξερα πού θα πάω, αλλά και τι γίνεται εκεί έξω. Αναγκάστηκα να αφήσω το παιδί, την οικογένειά μου, όλα, και ήρθα στην Ελλάδα.
Όταν έφτασα, ζήτησα πολιτικό άσυλο και αρνήθηκαν να μου δώσουν γιατί τότε δεν υπήρχε η επικοινωνία που υπάρχει τώρα με τον έξω κόσμο και μου είχαν πει ότι στη Σιέρρα Λεόνε δεν έχει πόλεμο, άσυλο δίνουμε μόνο σε αυτούς που έρχονται από την εμπόλεμη ζώνη. Αναγκάστηκα να μείνω παράνομη έως το 1998 που βγήκαν οι άδειες παραμονής για τους μετανάστες και από τότε παλεύω για να έχω άδεια παραμονής και μέχρι τώρα αυτό είναι το πρόβλημά μου.
Ζώντας χωρίς την οικογένεια
Δεν κατάφερα ποτέ να φέρω την οικογένειά μου, τον γιο μου στην Ελλάδα. Δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα άδεια παραμονής και δεν ήθελα ο γιος μου να είναι στην ίδια κατάσταση. Και πέρασαν τα χρόνια, ο γιος μου μεγάλωσε και είμαι ακόμα εδώ. Ο γιος μου είναι τώρα στην Γκάμπια, γιατί εξαιτίας του εμφυλίου στη Σιέρρα Λεόνε αναγκάστηκε να φύγει. Ήταν ενός έτους όταν τον άφησα, τώρα είναι 32 ετών.
Μεγάλωσε με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, δεν ήμουν εκεί που μεγάλωνε το παιδί μου. Μιλάμε στο τηλέφωνο και κάθε φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, τον άκουγα να γίνεται άντρας και τώρα είναι πια μεγάλος άντρας.
Τότε δούλευα, αλλά δεν είχα άδεια παραμονής για να φύγω, τώρα είμαι άνεργη, δεν έχω λεφτά, αλλά έχω καταφέρει να πάρω την προσωρινή άδεια παραμονής. Εξαιτίας όμως της οικονομικής κρίσης, δεν μπορώ να φύγω να δω το παιδί μου.
Έκανα ό,τι δουλειά έβρισκα. Τα τελευταία χρόνια φρόντιζα ηλικιωμένους.
Το πρώτο σοκ που έπαθα όταν ήλθα εδώ ήταν όταν ρώτησα τους συμπατριώτες μου εδώ τι δουλειά κάνουνε και μου είπαν ότι δουλεύουν στα σπίτια. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Ο προορισμός μου ήταν η Αμερική, αλλά λόγω της άρνησης να μου δωθεί άδεια παραμονής, δεν μπορούσα να φύγω, οπότε ακολούθησα αυτά που έκαναν οι πατριώτες μου. Μου βρήκαν δουλειά σε σπίτια, στενοχωρήθηκα που κατάντησα έτσι, αλλά η ζωή συνεχίζεται μέχρι τώρα.
Η Σιέρρα Λεόνε με γέννησε, αλλά η Ελλάδα με μεγάλωσε
Η ανεργία είναι για όλους πια. Η αλλαγή στην Ελλάδα είναι ραγδαία. Τότε που ήρθα στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή. Η αιτία που έχουμε τέτοια κόμματα σήμερα είναι η κρίση που έχουμε τώρα. Επίσης, ένα άλλο πράγμα που καταλαβαίνω από τότε που ήρθα εδώ είναι ότι οι κυβερνώντες τόσα χρόνια δεν έλεγαν ακριβώς τι συμβαίνει με το κράτος, μέχρι να καταντήσουμε όλοι έτσι όπως είμαστε. Βλέπω ότι κάθε μέρα δυσκολεύει η κατάσταση.
Εγώ μεγάλωσα πια εδώ. Και αν η Σιέρρα Λεόνε είναι η μητέρα μου, η Ελλάδα είναι αυτή που με μεγάλωσε, δεν μπορώ να φύγω να γυρίσω πάλι πίσω, είμαι ξένη στη Σιέρρα Λεόνε. Ανησυχώ πολύ για τη χώρα.
Μας έχουν περιθωριοποιήσει, να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ήταν τόσο πολύ δύσκολο τότε που ήρθα να πάω σχολείο να μάθω τη γλώσσα. Τώρα, ύστερα από 30 χρόνια, τώρα μαθαίνω την ελληνική γλώσσα! Κατάλαβες; Είναι γιατί πάντα σε έχουν στο περιθώριο. Δεν είχα τα απαραίτητα χαρτιά και δεν με δέχονταν στο σχολείο. Έπειτα σκεφτόμουν: δεν ανήκω εδώ και δεν θέλω να μάθω τη γλώσσα γιατί αν πάσα στιγμή θα με διώξουν από εδώ. Αντί να πας μπροστά, σε παίρνει πίσω. Και αυτά τα παιδιά που γεννιούνται εδώ και δεν έχουν ιθαγένεια, με μητρική τους γλώσσα τα ελληνικά. Αυτό που δεν ξέρουν οι πολιτικοί σε αυτή τη χώρα είναι ότι οι μετανάστες είναι ένα ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας. Το περιθώριο τροφοδοτεί τους δουλέμπορους!
Γυναίκες χωρίς προστασία και ασφάλεια
Εδώ οι γυναίκες από την Αφρική φοβούνται. Μια περίπτωση: μια γυναίκα αρρώστησε το παιδί της και ήταν στο νοσοκομείο. Την κάλεσαν να υπογράψει για να κάνει εγχείρηση και αυτή φοβήθηκε γιατί δεν είχε άδεια παραμονής και δεν πήγε.
Δεν το συζητάμε να τους πεις να μάθουν τα ελληνικά. Αρνούνται και λένε "ανά πάσα στιγμή θα μας διώξουν από εδώ". Άλλες δέχονται βία μέσα στην οικογένειά τους και δεν μπορούν να πάνε πουθενά να ζητήσουν βοήθεια. Έχουμε γυναίκες, θύματα trafficking, αυτές δεν πλησιάζουν τις οργανώσεις για να τις βοηθήσουμε. Είχαμε, για παράδειγμα, μια γυναίκα, θύμα trafficking, τη βοηθήσαμε άλλες γυναικείες οργανώσεις μαζί με αλλά η ασφάλεια που χρειαζόταν η κοπέλα δεν υπήρχε και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γερμανία.
Αυτές οι γυναίκες από την Αφρική που έχουν έρθει εδώ δεν είναι συνηθισμένες όπως εγώ και λίγες ακόμα από την Ένωση Αφρικανών Γυναικών βγαίνουν και να μιλούν. Έχουν συνηθίσει να έχουν λιγότερα δικαιώματα και να κλείνονται στο σπίτι. Δέχονται και πλύση εγκεφάλου να μη βγαίνουν από το σπίτι και να πλησιάζουν οργανώσεις. Και δεν υπάρχει ασφάλεια από το κράτος. Γυναίκες που δεν ήταν ευχαριστημένες με τον γάμο τους αναγκάστηκαν επειδή ήταν στην Ελλάδα να παραμείνουν στον γάμο. Άλλες που φεύγουν από την Ελλάδα με τον άντρα τους, πάνε στην Αγγλία, σε ένα με δύο μήνες χωρίζουν γιατί εκεί το κράτος δίνει δικαιώματα στις γυναίκες, δίνουν προστασία, τις βοηθάνε. Πολλοί από αυτούς τους άντρες έχουν μπει στη φυλακή στην Αγγλία. Το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει τους ανθρώπους που μένουν εδώ. Νομίζω ότι τώρα είναι κοινό πρόβλημα με τις Ελληνίδες.
Τη στιγμή που ένας στους τρεις Έλληνες είναι άνεργοι, πώς θα βρω εγώ ένσημα για να έχω την άδεια παραμονής; Πώς θα μπορέσω να τα αγοράσω μόνη μου; Αφού δεν έχεις νόμο στη χώρα σου για να με προστατεύει γιατί μου το ζητάς;
Και το πρόβλημα είναι ότι επειδή είμαι χρόνια εδώ, δυσκολεύομαι να βρω δουλειά γιατί οι εργοδότες λένε εσύ είσαι πολλά χρόνια εδώ, μιλάς ελληνικά θα ζητάς και ένσημα κιόλας και δεν με παίρνουν!
Να κάνουν κάτι για τα παιδιά που γεννιούνται εδώ και δεν έχουν χαρτιά, δεν μπορούν να μορφωθούν, να δουλέψουν. Τι κοινωνία θα έχουν; Πάλι ο ελληνικός λαός θα πληρώσει.
Joan Koshkar: Πρόσφυγας, θύμα βασανιστηρίων στη Συρία και την Ελλάδα
O Joan είναι 25 ετών και έφτασε στη χώρα μας κυνηγημένος από τη Συρία, τον περασμένο Αύγουστο. Είναι κουρδικής καταγωγής και θύμα βασανιστηρίων κατά τη δίχρονη φυλάκισή του στη Συρία καθώς τον Μάρτη του 2009 συνελήφθη, όπως διηγείται στην "Αυγή" της Κυριακής γιατί συμμετείχε σε διαδήλωση. Η κατηγορία που του απαγγέλθηκε είναι η ίδια, όπως μας εξηγεί, για όλους τους συλληφθέντες, ότι "με πράξεις, σκέψεις ή λόγια θέλησε να διασπάσει τη Συρία ", παράβαση δηλαδή "του νόμου 267". Ζούσε στην Aleppo Al Ashrafiya και αυτή τη στιγμή το σπίτι του είναι στη ζώνη του πυρός, τα περισσότερα δηλαδή σπίτια είναι κατεστραμμένα. "Η οικογένειά μου είναι τώρα στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη. Έφυγαν αφού σκοτώθηκε η γειτόνισσά μας και πήραμε έναν ακόμα αδελφό, ένα παιδί δηλαδή της σκοτωμένης γειτόνισσας". Έτσι συνηθίζεται, μας διευκρινίζει, "κάθε οικογένεια στη γειτονιά πήρε από ένα παιδί" και όταν τον ρωτάμε παρακάτω πόσα αδέλφια έχει, δεν ξεχωρίζει το νέο μέλος της οικογένειας.
"Το 2011 αποφυλακίστηκα και πήγα να δουλέψω με τον πατέρα μου που είχε μια βιοτεχνία ενδυμάτων, αλλά δεν μπόρεσα εξαιτίας μιας αλλεργίας που απέκτησα από τις κακουχίες της φυλακής. Πριν τον πόλεμο είχα εκπαιδευτεί σαν νοσοκόμος, οπότε μετά έπιασα δουλειά σε ένα νοσοκομείο. Εκεί ήρθαν για να με συλλάβουν, αλλά πρόλαβα και έφυγα επειδή με ειδοποίησαν". Ένας παλιός συγκρατούμενός του τον βοήθησε να διαφύγει στον Λίβανο μέσω του Wadi Khaled.
"Έμεινα στην Balback και δούλευα σε ένα εστιατόριο και εκεί μου επιτέθηκαν. Δεν ξέρω αν ήταν απόπειρα απαγωγής, αλλά εκείνον τον καιρό μια οικογένεια που ανήκε στη Χεζμπολάχ επιτίθονταν ή απήγαγαν ανθρώπους γνωστούς και την ίδια στιγμή η Χεζμπολάχ ξεκίνησε να επιτίθεται στην συριακή αντιπολίτευση. Έτσι πήγα στη Βηρυτό. Εκεί δέχθηκα τη δεύτερη επίθεση. Στη Βηρυτό ήμουν με τον Μοχάμεντ Άντερ Σουλεϊμάν, πολύ γνωστό μέλος της αντιπολίτευσης, σε ένα παλιό στρατόπεδο Παλαιστινίων προσφύγων. Ήρθα σε επαφή με την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες και την Ηuman Rights Watch για άσυλο. Μου επιτέθηκαν ξανά και μετά απήγαγαν και τον Μοχάμεντ Άντερ Σουλεϊμάν. Τότε κατάλαβα ότι κανείς δεν μπορεί να με προστατεύσει. Βρήκα τους ίδιους φίλους και με πέρασαν ξανά μέσω Συρίας στην Τουρκία αυτή τη φορά. Δεν έμεινα στην Κωνσταντινούπολη πάνω από 15 ημέρες, δεν ένιωθα άνετα, υπάρχουν προβλήματα για τους Κούρδους εκεί".
"Στην Ελλάδα πέρασα από τον Έβρο στις 20 Αυγούστου 2012." Συνελήφθη στα σύνορα και ο λόγος που αφέθηκε ελεύθερος ήταν ότι "υιοθετήθηκε" από μια οικογένεια επίσης Σύρων με ένα μωρό. Ο ίδιος κρατούσε το μωρό και βοηθούσε τη μητέρα, έτσι η μητέρα είπε ότι ήταν αδελφός της και τον άφησαν μαζί με την ίδια.
Τώρα τον περιμένει μια τεράστια γραφειοκρατία για να φτάσει στο άσυλο, αλλά και να δεχθεί τη βοήθεια που χρειάζεται ως θύμα βασανιστηρίων, καθώς έχει προβλήματα υγείας, όπως πρόβλημα μνήμης. Όπως μας λέει, στην Τουρκία, τα αδέλφια του δεν μπορούν χωρίς χαρτιά ούτε σχολείο να πάνε, ενώ ο ίδιος, εδώ εγκλωβισμένος χωρίς χαρτιά και με πολιτική καταδίκη από τη Συρία, δεν μπορεί να πάει πουθενά. Ονειρεύεται την ημέρα που θα δει τη μητέρα του.
Θύμα και αστυνομικής βίας!
"Ήμουν στον κεντρικό δρόμο, σχεδόν μπροστά στο σπίτι, με έσπρωξαν οι αστυνομικοί. Τους λέω ένα λεπτό να σας δώσω χαρτιά. Όχι χαρτιά μου απαντάνε. Πού είναι το σπίτι; Γρήγορα! Τους λέω με ανησυχείτε. Μου λένε: όχι τώρα σε 5 λεπτά θα ανησυχήσεις! Χτυπήσαμε το κουδούνι, γιατί δεν είχα κλειδί, αλλά δεν ήταν κανείς μέσα. Τους είπα να τηλεφωνήσω σε κάποιον να έρθει να ανοίξει. Τότε οι αστυνομικοί πήραν το τηλέφωνο και το πέταξαν κάτω, ενώ με έβαλαν στην είσοδο της πολυκατοικίας και με χτύπησαν με τα γκλοπ. Ήμουν μαζί με έναν ακόμα, τον Μαχμούτ και μας χτύπησαν και τους δύο".
Όπως μας, λέει το περιστατικό συνέβη στις 21 Μαρτίου 2013.