Live τώρα    
Τέμπη, τρία χρόνια μετά / «Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που έχουμε είναι ο ένας την άλλη»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τέμπη, τρία χρόνια μετά / «Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που έχουμε είναι ο ένας την άλλη»

Συγκέντρωση για τους 57 νεκρούς της σύγκρουσης των αμαξοστοιχιών στα Τέμπη
(ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ / EUROKINISSI)

Τρία χρόνια από το έγκλημα στα Τέμπη και το αποτύπωμα που άφησε σε επιζώντες, οικογένειες θυμάτων αλλά και στη συλλογική μας μνήμη παραμένει ανεξήτιλο, θέτοντας ένα ορόσημο για μια ολόκληρη γενιά που εξακολουθεί να διεκδικεί δικαιοσύνη, απόδοση ευθυνών, πλήρη διαλεύκανση των συνθηκών της τραγωδίας και το αυτονόητο δικαίωμα στην ασφαλή μετακίνηση.

«Στο τέλος της ημέρας το μόνο που έχουμε είναι ο ένας την άλλη», μάς λέει ο Απόστολος Σπηλιωτόπουλος, ένας από τους επιβάτες της μοιραίας αμαξοστοιχίας IC 62 αποτυπώνοντας με μια φράση τόσο τον ισχυρό δεσμό που γεννήθηκε ανάμεσα στους επιζώντες όσο και την αίσθηση ότι η ουσιαστική κρατική μέριμνα υπήρξε απούσα.

Το μοιραίο δρομολόγιο

Το συγκεκριμένο δρομολόγιο ήταν γνώριμο για τον ίδιο, καθώς από το 2020, όταν μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη από τον Πειραιά όπου κατάγεται, ταξίδευε συχνά με το τρένο, το οποίο θεωρούσε ασφαλές, προσβάσιμο και οικονομικό μέσο μετακίνησης. Τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023 ταξίδευε μόνος του στο έκτο βαγόνι. Στα πρώτα λεπτά μετά τη σύγκρουση πίστεψε ότι επρόκειτο για εκτροχιασμό· σταδιακά όμως συνειδητοποίησε το μέγεθος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος και το αδιανόητο της πραγματικότητας: δύο τρένα είχαν συγκρουστεί κινούμενα στην ίδια γραμμή εν έτει 2023. Εκείνο το βράδυ θα ταξίδευε κανονικά με μια φίλη του. Αν τελικά είχαν φύγει μαζί, θα είχαν κλείσει θέσεις στο πρώτο βαγόνι, για να είναι πιο άνετο το ταξίδι. Και τότε όλα θα ήταν διαφορετικά. «Κάθε επιζώντας έχει μια τέτοια ιστορία για το γιατί δεν βρισκόταν στα μπροστά βαγόνια», λέει.

Αμέσως μετά τη σύγκρουση, παρέμεινε στον χώρο και βοήθησε όσο μπορούσε, πριν τελικά επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη με λεωφορείο. Η εμπειρία της νύχτας εκείνης τον σημάδεψε, και από τότε δεν έχει ξαναμπεί σε τρένο στην Ελλάδα. Παρά τις διαβεβαιώσεις που ακολούθησαν για βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας, η σχέση εμπιστοσύνης με το μέσο δεν έχει αποκατασταθεί.

Ψυχές τραυματισμένες Τα τραύματα στο σώμα του ήταν ελαφρά, επιφανειακά. Στην ψυχή όμως; Όπως λέει, «στο σώμα δεν έμεινε κάποιο τραύμα, αλλά στην ψυχή… αυτά είναι που δεν φάνηκαν απευθείας». Τον πρώτο καιρό ένιωθε ότι είχε «γλιτώσει» από όλες τις απόψεις, ότι αφού δεν τραυματίστηκε σωματικά, είναι καλά. Μέσα από συζητήσεις με άλλους επιζώντες και τη ψυχοθεραπεία, άρχισε να επεξεργάζεται την εμπειρία, να συνειδητοποιεί ότι όντως συνέβη και ότι δύο τρένα συγκρούστηκαν στην ίδια γραμμή τον Φεβρουάριο του 2023. Η πορεία αυτή πέρασε από στάδια άρνησης, θλίψης, θυμού και πλήθους προσωπικών και κοινωνικών συνειδητοποιήσεων. «Σίγουρα χρωστάω πάρα πολλά στους άλλους επιζώντες που τα επόμενα χρόνια τα έχουμε περάσει μαζί», προσθέτει, περιγράφοντας τον δεσμό που δημιουργήθηκε μέσα από το κοινό βίωμα.

Ανεκτίμητοι δεσμοί

Οι δεσμοί που αναπτύχθηκαν με άλλους επιζώντες υπήρξαν πολύτιμοι. Από τα πρώτα βήματα μετά τη σύγκρουση δημιουργήθηκαν σχέσεις αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης, ενώ η συμμετοχή του σε ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης στο ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη συνέβαλε στο να βρει ανθρώπους που κατανοούν πλήρως την εμπειρία του. «Το μοίρασμα του βιώματος το κάνει πιο διαχειρίσιμο», λέει, περιγράφοντας την ανακούφιση που προσφέρει η κοινή εμπειρία.

«Δε θέλω καν να φανταστώ πώς θα ήταν αν δεν είχα συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους. Αν υπάρχει κάποιος επιζών εκεί έξω που το έχει περάσει μόνος του, πραγματικά τον προτρέπω να έρθει να μας συναντήσει κάπου. Είναι απίστευτα απελευθερωτικό να μην χρειάζεται να εξηγήσεις, να υπάρχει εξαρχής η κατανόηση του τύπου: ‘Ξέρω πού ήσουν, ίσως δεν ήμουν στην ίδια θέση με σένα ή δεν τραυματίστηκα με τον ίδιο τρόπο, αλλά το βίωμα είναι τρομακτικά κοινό».

«Είναι ένας δεσμός που δύσκολα μπορεί να τον καταλάβει κανείς. Ακόμα και με άτομα, συγγενείς ή φίλους των νεκρών, η επικοινωνία δημιουργεί μια ιδιαίτερη σύνδεση και κατανόηση. Προφανώς, το δικό μου τραύμα δεν είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό ενός ανθρώπου που έχασε κάποιον δικό του· εγώ έχω την ευκαιρία να το επεξεργαστώ και να ζήσω με αυτό, ενώ για εκείνους η σύγκριση δεν έχει νόημα. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζω τη σύνδεση που μας έφερε κοντά με έναν τρόπο που κανείς δεν θα ήθελε, αλλά που συνέβη».

Το κράτος απέναντι

Η στάση του κράτους απέναντι στους επιζώντες και στους συγγενείς των θυμάτων υπήρξε απογοητευτική. «Όποια φροντίδα έφτασε τουλάχιστον σε μένα ήταν από ατομικές πρωτοβουλίες, όπως οι γιατροί στο ΑΧΕΠΑ ή οι προσπάθειες των ατόμων που ήρθαν στη διάσωση εκείνο το βράδυ. Το κράτος, θεωρώ, απέτυχε παταγωδώς. Ένιωσα ότι είναι απέναντί μου και ότι πρέπει να διεκδικήσω τα αυτονόητα», από το να αναγνωριστεί αυτό που συνέβη μέχρι να υπάρξει οποιαδήποτε μέριμνα για τους επιζώντες.

«Από τις πρώτες μέρες, τα άτομα που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν αυτούς τους μηχανισμούς απαξιώνουν και διαγράφουν τα βιώματα, πάντα με μια μάσκα ενσυναίσθησης. Είναι ξεκάθαρο σε όλο τον κόσμο πόσο προσπάθησαν να ξεχαστεί, να κλείσει αυτό το θέμα, να σταματήσει να συζητιέται. Θέλουν απλώς να προχωρήσουμε, ενώ για τους επιζώντες και για όσους έχουν χάσει κάποιον δικό τους, αυτό δεν ισχύει».

Γερό ταρακούνημα για τη ζωή και την κοινωνία

Για το πώς τα Τέμπη έχουν καθορίσει τη ζωή του λέει: «Σε προσωπικό επίπεδο ήταν ένα ξύπνημα για πολλά πράγματα που ανέβαλα ή απέφευγα», προσθέτοντας ότι η συνειδητοποίηση πως «θα μπορούσα να είχα πεθάνει σε αυτό το τρένο» λειτούργησε καθοριστικά στη ζωή του. Ήταν όμως και ένα σοκ για την ίδια την κοινωνία. «Πιστεύω ότι τα Τέμπη στάθηκαν σαν ένα σημείο αναφοράς», σημειώνει, «σίγουρα έχει να κάνει με τον τρόμο ότι το θεωρητικά ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς έγινε θανατηφόρο, αλλά σε μεγάλο βαθμό ήταν ένα ταρακούνημα για την κοινωνία όπως ήταν και προσωπικά για πολλούς από εμάς». Από αυτή την εμπειρία αναδύθηκε και η γενικότερη συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μόνο τα τρένα παραμελημένα και ότι ήταν θέμα χρόνου να συμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά και η συνειδητοποίηση ότι το κράτος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν ζεις ή πεθαίνεις. Με αυτόν τον τρόπο, ο αγώνας για τα Τέμπη ακούμπησε ευρύτερα την ανάγκη του κόσμου να εκφράσει όλα όσα πληγώνουν τις ζωές μας.

Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να ενεργοποιηθεί πολύ περισσότερο πολιτικά και κοινωνικά, μέσα από την πρωτοβουλία Eyes on Tempi, που δημιουργήθηκε από επιζώντες με στόχο να ενημερώνουν για τις δικαστικές εξελίξεις, να παρακολουθούν την καθημερινότητα γύρω από τα Τέμπη και να παρέχουν έγκυρη πληροφόρηση στο κοινό. «Νιώθαμε και νιώθουμε χρέος να συμμετέχουμε στον αγώνα των οικογενειών για δικαιοσύνη», αναφέρει, εξηγώντας ότι η πρωτοβουλία, που γεννήθηκε στην πρώτη επέτειο των Τεμπών, επιδιώκει να καλύψει ένα κενό και να ανταποκριθεί στην ανάγκη του κόσμου για έγκυρη ενημέρωση.

Όπου η Δικαιοσύνη φτάνει… κι όπου δεν φτάνει

Τρία χρόνια από εκείνο το μοιραίο βράδυ και οι θύμησες από όσα συνέβησαν επανέρχονται σαν να ήταν χθες. Ανάμεσα στις εικόνες που παραμένουν ζωντανές στη μνήμη του, ξεχωρίζει ένας ελεγκτής, που πέρασε από τα βαγόνια λίγο πριν τη σύγκρουση, απαντώντας με ψυχραιμία σε έναν επιβάτη που παραπονιόταν με ένταση για τις καθυστερήσεις. Τον έλεγαν Παναγιώτη- όπως έμαθε αργότερα- και ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Η μνήμη του τον συντροφεύει κάθε φορά που περνά από το μνημείο για τα θύματα των Τεμπών στην παραλία της θεσσαλονίκης και ψάχνει πάντα το όνομά του στα ονόματα που είναι γραμμένα στο Σύνταγμα.

Με τη κύρια δίκη να ξεκινά τον επόμενο μήνα, τον ρωτάμε εάν εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη.

«Πρέπει να λειτουργήσουμε σαν να έχουμε εμπιστοσύνη μέχρι να τελειώσει αυτή η διαδικασία αλλά με την αναγνώριση ότι η δικαιοσύνη θα φτάσει μέχρι ένα σημείο και οι διεκδικήσεις δεν μπορούν να σταματήσουν εκεί. Δεν μπορούμε να βασιστούμε μόνο σε αυτό».

Άλλωστε τα Τέμπη δεν είναι μόνο μια τραγωδία του παρελθόντος· είναι ένα γεγονός που αναδεικνύει διαρκώς την ανάγκη κοινωνικής εγρήγορσης και αλληλεγγύης. Και για τον Απόστολο, όπως και για όλους τους επιζώντες, η φράση που παραμένει οδηγός ζωής πια: «Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που έχουμε είναι ο ένας την άλλη».

Ακούστε τη μαρτυρία του Απόστολου Σπηλιωτόπουλου στο «Κόκκινο Θεσσαλονίκης 91,4»:

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0