Η ελληνική κοινωνία ζει μια πίεση που δεν κρύβεται πια.
Δεν αφορά έναν κλάδο, μια ηλικία ή μια περιοχή. Είναι μια κοινή εμπειρία που διαπερνά την πόλη και τα χωριά, τους εργαζόμενους και τους επαγγελματίες, τους αγρότες και τους συνταξιούχους, τους νέους και τους γονείς τους. Είναι η αίσθηση ότι η καθημερινότητα στενεύει, ότι ο κόπος δεν αρκεί, ότι το αύριο γίνεται όλο και πιο αβέβαιο.
Στην υγεία, η ανασφάλεια γίνεται κανόνας. Οι ελλείψεις στις δημόσιες δομές, η υπολειτουργία βασικών υπηρεσιών, οι αναγκαστικές μετακινήσεις σε άλλες πόλεις δημιουργούν ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Η υγεία, αντί να αποτελεί εγγυημένο δικαίωμα, μοιάζει όλο και περισσότερο με προσωπικό αγώνα αντοχής.
Στην παιδεία, το βάρος μεταφέρεται σταδιακά στις οικογένειες. Σχολεία με ελλείψεις, εκπαιδευτικοί που παλεύουν χωρίς στήριξη, μαθητές που μαθαίνουν νωρίς ότι για να βρουν προοπτική ίσως χρειαστεί να φύγουν. Η γνώση αντιμετωπίζεται όχι ως επένδυση στο κοινό μέλλον, αλλά ως κόστος που πρέπει να περιοριστεί.
Η κοινωνική πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση της ανάγκης. Αντί για σταθερή προστασία, αξιοπρεπή εργασία και ουσιαστικές υπηρεσίες, προσφέρονται προσωρινές λύσεις που δεν αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων. Έτσι, η ανασφάλεια γίνεται μόνιμη κατάσταση.
Η ανεξέλεγκτη ακρίβεια βαθαίνει αυτή την πίεση!
Το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι κοινό.
Ο αγρότης πιστεύει ότι «μόνο εμείς είμαστε ξεχασμένοι».
Ο επαγγελματίας ότι «μόνο τα μαγαζιά μας δεν αντέχουν».
Ο εργαζόμενος ότι «μόνο εγώ δεν τα βγάζω πέρα».
Ο γονιός νιώθει ενοχή που το παιδί του φεύγει.
Ο ηλικιωμένος νομίζει ότι «μόνο το χωριό μου ερήμωσε».
Αυτή είναι η μεγάλη παγίδα.
Γιατί στην πραγματικότητα, όλοι ζουν την ίδια πίεση με διαφορετικό πρόσωπο.
Η καθημερινότητα το αποδεικνύει καθημερινά.
Με μικρές σκηνές που όλοι αναγνωρίζουμε αφού επαναλαμβάνονται παντού.
Είναι ο μήνας που δεν βγαίνει, όσο κι αν προσέχεις.
Είναι το ρεύμα που ανοίγεις με φόβο.
Είναι το καύσιμο που μετράς αν αξίζει η διαδρομή.
Είναι το παιδί που σπουδάζει και δουλεύει ταυτόχρονα ή συνεχίζει να μένει στο παιδικό δωμάτιο.
Είναι το μικρό μαγαζί που «κρατιέται» με προσωπικό κόστος, χωρίς ωράριο, χωρίς ανάσα.
Αυτό δεν λέγεται αποτυχία.
Δεν λέγεται κακή διαχείριση.
Λέγεται πίεση.
Η ακρίβεια δεν είναι λέξη στα δελτία ειδήσεων.
Είναι ο λογαριασμός στο ταμείο.
Είναι ο μισθός που τελειώνει νωρίτερα κάθε μήνα.
Είναι η σύνταξη που δεν φτάνει.
Είναι η αξιοπρέπεια που συρρικνώνεται αθόρυβα.
Στον αγροτικό κόσμο, η πίεση έχει όνομα.
Κόστος παραγωγής που δεν βγαίνει.
Τιμές που δεν καλύπτουν τον κόπο.
Ζημιές που μένουν χωρίς ουσιαστική αποκατάσταση.
Νέοι που βλέπουν το χωράφι όχι ως προοπτική, αλλά ως αδιέξοδο.
Στην πόλη, η εικόνα δεν είναι καλύτερη.
Επαγγελματίες που δουλεύουν περισσότερο από ποτέ και κερδίζουν λιγότερα από ποτέ.
Εργαζόμενοι που φοβούνται να αρρωστήσουν.
Οικογένειες που αναβάλλουν βασικές ανάγκες.
Και πάνω απ’ όλα, τα παιδιά μας που φεύγουν.
Όχι ως αριθμός.
Αλλά ως άδειο δωμάτιο.
Ως αποχαιρετισμός στο ΚΤΕΛ.
Ως μήνυμα από το εξωτερικό: «Καλά είμαι, μη στεναχωριέστε».
Και πίσω, ένας τόπος που μικραίνει.
Η φυγή των νέων δεν είναι ατομική επιλογή.
Είναι συλλογική ήττα.
Κι όμως, αντί αυτές οι αγωνίες να συναντηθούν, συχνά απομονώνονται.
Ο καθένας παλεύει μόνος του.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Γιατί μια κοινωνία που παλεύει μόνη της, δεν διεκδικεί.
Μια κοινωνία διασπασμένη, δεν ακούγεται.
Μια κοινωνία που νιώθει ενοχή αντί για οργή, δεν αντιστέκεται.
Αυτό βολεύει πολιτικές που δεν θέλουν αντίδραση.
Που θέλουν τον αγρότη μόνο, τον εργαζόμενο φοβισμένο, τον επαγγελματία εξαντλημένο, τον νέο μακριά.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο:
τα προβλήματα αυτά δεν είναι προσωπική αποτυχία – είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.
Και γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι ατομική.
Η ενότητα δεν είναι σύνθημα.
Είναι ανάγκη.
Γιατί μόνοι δεν ακουγόμαστε.
Γιατί μαζί δεν αγνοούμαστε.
Γιατί ιστορικά, τίποτα δεν κερδήθηκε χωρίς συλλογικότητα.
Όταν οι αγωνίες του χωριού συναντούν τις αγωνίες της πόλης.
Όταν ο αγρότης βλέπει τον εαυτό του στον εργαζόμενο.
Όταν ο γονιός καταλαβαίνει ότι δεν φταίει που το παιδί του φεύγει.
Τότε η κοινωνία αλλάζει στάση.
Η ελληνική κοινωνία δεν αποτυγχάνει.
Πιέζεται συλλογικά.
Και μόνο συλλογικά μπορεί να ανασάνει.
Δεν ζητά προνόμια.
Ζητά πολιτικές που να υπηρετούν τη ζωή, να κρατούν τα παιδιά μας στον τόπο τους, να στηρίζουν την εργασία και την παραγωγή, να δίνουν ξανά προοπτική στον τόπο.
Και αυτή η προοπτική δεν θα έρθει από τη σιωπή.
Θα έρθει από την ενότητα και τον συλλογικό αγώνα.
Η ενότητα δεν είναι ιδεολογία.
Είναι όρος επιβίωσης.
Και αυτή είναι η δύναμη που φοβούνται!
* Η Χρυσούλα Κατσαβριά-Σιωροπούλου είναι πρώην βουλευτής Καρδίτσας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ