Η Σέριφος δέχεται για άλλη μια φορά επίθεση από το real estate, με αφορμή την εκπόνηση του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Οι κληρονόμοι της «περιουσίας» των Γκρόμαν, των Γερμανών εργολάβων των μεταλλείων έως και το 1944, διεκδικούν 2.500 στρέμματα γης. Οι μαρτυρίες των τελευταίων εν ζωή εργατών στα μεταλλεία που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα από την Αλεξάνδρα Χριστακάκη στο βιβλίο «Στα σπλάχνα της Σερίφου» μιλούν για εκβιαστικές μεταβιβάσεις αγροτικών κλήρων κατά τον Μεσοπόλεμο προκειμένου να βρουν δουλειά στο μεταλλείο οι Σεριφιώτες που τους κατείχαν. Αυτές οι αρχαίες πεζούλες και οι μικρές αγροτικές ιδιοκτησίες των νησιωτών -περί τις 200- μεταβιβάστηκαν το 1938 με ένα ενιαίο συμβόλαιο από τον μετέπειτα αξιωματικό των SS και καταδικασμένο μετά τον πόλεμο ως δωσίλογο βιομήχανο Αιμίλιο Γκρόμαν στη μεταλλευτική του εταιρεία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα». Εξ αυτού τα συμβόλαια εκείνα εξαιρέθηκαν από τη μεταπολεμική δήμευση που επιβλήθηκε λόγω της συνεργασίας του με το ναζιστικό καθεστώς.
Το Ελληνικό Δημόσιο ανέκτησε τη μεταλλευτική περιοχή της Σερίφου στο σύνολο της έκτασής της το 1962, ενώ η εταιρεία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα» εξέπεσε οριστικά από τα δικαιώματα μεταλλειοκτησίας το 1982. Η κρατική αυτή απόφαση επιβεβαιώθηκε εκ νέου με σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις το 1993. Δύο δεκαετίες αργότερα η εταιρεία επανεμφανίστηκε ως νομικό φάντασμα, παρότι είχε παύσει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα και δεν εκπροσωπούνταν πλέον νόμιμα ήδη από την εποχή της έκπτωσής της. Τότε άρχισε να επικαλείται τα παλαιά συμβόλαια, διεκδικώντας εκ νέου ιδιοκτησιακά δικαιώματα και δρομολογώντας δικαστικές ενέργειες κατά των κατοίκων των οικισμών του Μεγάλου Λιβαδιού και του Κουταλά.
Τουριστικό προάστιο για το star system?
Τα κτήματα στη συνέχεια άλλαξαν χέρια ως ενιαία ιδιοκτησία και κατέληξαν σήμερα -σε τρίτο ιδιοκτήτη- να αποτελούν πεδία άγριας τουριστικής εξόρυξης πλούτου, εκεί όπου άλλοτε εξορύσσονταν σιδηρομεταλλεύματα.


Παρθένα ακρωτήρια και ακτές, ιστορικοί μεταλλευτικοί τόποι και αρχαιολογικοί χώροι, ακόμη και ο ίδιος ο τόπος της ματωμένης απεργίας του 1916 τίθενται πλέον υπό άμεση απειλή πολεοδόμησης, την ίδια στιγμή που επί δύο χρόνια υφίστανται τεκμηριωμένες μελέτες της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Δήμου Σερίφου για τον περιορισμό της δόμησης και τη θεσμική προστασία του ιστορικού μεταλλευτικού τοπίου του νοτιοδυτικού τμήματος του νησιού. Το διακύβευμα είναι σαφές: ή η Σέριφος στον δρόμο της Μυκόνου, της Ίου και της Μήλου -ως ευρωπαϊκό τουριστικό προάστιο για το star system και τους Ανατολικοευρωπαίους ολιγάρχες, μια άνευ όρων λεηλασία- ή ένας τόπος βιώσιμης ανάπτυξης, υψηλής περιβαλλοντικής και ιστορικής αξίας για τους ντόπιους και τους επισκέπτες με προστασία του μοναδικού νησιωτικού τοπίου, του αιγαιοπελαγίτικου νησιού.
Περιορισμός της εκτός σχεδίου δόμησης
Μέσα σε αυτό το δυστοπικό πλαίσιο, τρεις καθ’ ύλην αρμόδιοι επιστημονικοί φορείς -το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος / Urban Environment Laboratoryτου ΕΜΠ, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) και το World Monuments Fund (WMF)- καταθέτουν κοινό υπόμνημα με τεκμηριωμένες προτάσεις για το υπό διαβούλευση Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Οι φορείς αναγνωρίζουν τη μοναδική φυσιογνωμία και τη διεθνώς αναγνωρισμένη πολιτιστική αξία του Ιστορικού Μεταλλευτικού Τοπίου της Νοτιοδυτικής Σερίφου και έχουν επανειλημμένα ταχθεί υπέρ της ανάγκης αυξημένης προστασίας και βιώσιμου χωρικού σχεδιασμού. Η ένταξη της Σερίφου στα προγράμματα «7 Most Endangered» της Europa Nostra (2024) και «World Monuments Watch» του World Monuments Fund (2025) επιβεβαιώνει την επείγουσα ανάγκη άμεσης θεσμικής θωράκισης.
Κεντρικός άξονας των προτάσεων αποτελεί ο αυστηρός περιορισμός της εκτός σχεδίου δόμησης, η ελεγχόμενη και μικρής κλίμακας ανάπτυξη εντός των υφιστάμενων οικισμών και η ουσιαστική προστασία του μοναδικού μεταλλευτικού και πολιτιστικού τοπίου. Η αναπτυξιακή πίεση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω ποιοτικής δόμησης εντός και σε απολύτως περιορισμένες επεκτάσεις των οικισμών του Μεγάλου Λιβαδιού και του Μεγάλου Χωριού, καθώς και με την άμεση οριοθέτηση του παραθαλάσσιου οικισμού του Κουταλά, αναδεικνύοντας την ιστορική του σύνδεση με τη μεταλλευτική δραστηριότητα. Η δόμηση στα αδόμητα και παρθένα τοπία, που αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της φυσιογνωμίας και της πολιτιστικής αξίας της Σερίφου, πρέπει να αποκλειστεί πλήρως.
Οι τρεις φορείς εισηγούνται την πλήρη ενσωμάτωση των ώριμων επιστημονικών και τεχνικών προτάσεων που έχουν διατυπωθεί διαχρονικά, με διατήρηση και ενίσχυση των περιορισμών του Π.Δ. του 2002, το οποίο συνέταξε ο τότε υπουργός Αιγαίου Νίκος Σηφουνάκης, τη θεσμοθέτηση και ουσιαστική διεύρυνση των Ζωνών Προστασίας του Ιστορικού Μεταλλευτικού Τοπίου, τον αποκλεισμό της ιδιωτικής πολεοδόμησης και των σύνθετων τουριστικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, την κατάργηση της σύγχρονης υπόσκαφης δόμησης και την αποτροπή υποδομών κρουαζιέρας. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της επανάχρησης υφιστάμενων κτισμάτων και της αγροτικής γης, σε συνέργεια με ήπιες μορφές τουρισμού που διασφαλίζουν υψηλή προστιθέμενη αξία και μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα.
Πρόκειται για ένα σενάριο ενός συνεκτικού προτύπου ήπιας, βιώσιμης και πολιτισμικά συμβατής ανάπτυξης, προς όφελος της τοπικής κοινωνίας και της προστασίας του μοναδικού χαρακτήρα της Σερίφου· ένα σενάριο που δεν αφορά μόνο το νησί του Περσέα, αλλά συνολικά το μέλλον του Αιγαίου.
* Ο Νίκος Μπελαβίλας είναι καθηγητής του ΕΜΠ