Από τότε που ο κύριος Σ. αποφάσισε να επαναπροσδιορίσει τη στάση του και να πάψει να ασχολείται με όσα δεν αξιολογούσε ως σημαντικά, ο στενός του φίλος Λευτέρης είχε αναλάβει κι άλλους ρόλους.
Μέχρι τότε, εκτός από μόνιμος και προνομιακός συνομιλητής του, εκτελούσε και χρέη συμβούλου. Από εκείνους που παρατηρούν επισταμένα τα λεχθέντα και τις πράξεις όσων με κάποιον τρόπο συνδέονταν με τον κύριο Σ. και του μετέφερε στη συνέχεια τις λεπτομέρειες.
Τα γενικά ο κύριος Σ. τα γνώριζε πάρα πολύ καλά έτσι κι αλλιώς, αφού κατά το παρελθόν είχε περάσει διά πυρός και σιδήρου. Διά πυρός διότι πολλές φορές έπαιξε με τη φωτιά και διά σιδήρου διότι έπρεπε εκ των πραγμάτων να σφυρηλατεί απόψεις μέχρι να αποκτήσουν σχήμα και να συνταιριάξουν μεταξύ τους.
Στα ειδικά όμως πάντοτε χρειάζεται κάποιος που να μπορεί να παρατηρεί τις λεπτομέρειες. Έτσι λοιπόν είχε ορίσει τον Λευτέρη ως τον άνθρωπο για τις ειδικές αποστολές.
Ετούτη τη φορά όμως ο κύριος Σ., παρότι δεν είχε αυτή τη διάθεση, υποχρεώθηκε να παρακολουθήσει από κοντά κάποιες εξελίξεις.
Είχε ζητήσει, βλέπετε, από τον Λευτέρη να βγουν μια βόλτα στον πεζόδρομο και, όπως έκατσαν σε ένα παγκάκι να ανταλλάξουν δυο κουβέντες και να πάρει μία ανάσα ο Λευτέρης, διαγωνίως απέναντί τους ξέσπασε ένας οικογενειακός καβγάς από εκείνους που δεν μπορείς να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού.
Ένα ζευγάρι, με ομολογουμένως ιδιαίτερες ενδυματολογικές επιλογές, μπροστά από ένα αυτοκίνητο με ανοιγμένο το πορτ μπαγκάζ και τις πόρτες, έριχνε έναν αξιοζήλευτο καβγά.
Η διαφωνία του ζευγαριού φαινόταν πως είχε να κάνει με τον προορισμό των διακοπών.
Βουνό ο ένας, θάλασσα η άλλη, απ’ ό,τι παρατήρησε ο Λευτέρης με μεγάλη αυτοπεποίθηση.
Μου έχεις φάει τη ζωή, έλεγε ο ένας, μου έχεις πιει το αίμα, έλεγε η άλλη.
Τα θες όλα δικά σου, έλεγε ο ένας, δεν κάνεις τίποτα για εμάς, έλεγε η άλλη.
Ο Λευτέρης, από εκεί που ανάσαινε μετά βίας από το περπάτημα, βρισκόταν πλέον με την ανάσα κομμένη από τα μαχαίρια που είχαν βγει από τα θηκάρια τους και ζήτησε από τον κύριο Σ. να αναλάβει δράση μήπως και σώσει το ζευγάρι.
Ο κύριος Σ., πάλι, απλώς παρακολουθούσε, μέχρι που προκάλεσε τον Λευτέρη να του περιγράψει τι ακριβώς έβλεπε μπροστά του.
«Ο άντρας», είπε ο Λευτέρης, «με μακριά παντελόνια και μποτάκια κι εκείνη με σαγιονάρες και μαγιό».
«Κι έπειτα;» τον ρώτησε ο κύριος Σ.
«Κι έπειτα», απάντησε ο Λευτέρης υπό τους ήχους των αντιδικιών του ζευγαριού που συνέχιζε να τσακώνεται με αμείωτη ένταση μπροστά στα μάτια του κόσμου χωρίς να τηρεί κανένα πρόσχημα, «εκείνη να είναι έτοιμη για την παραλία κι εκείνος έτοιμος για ορειβασία».
«Κι εγώ τι θα πρέπει να κάνω;» του απάντησε ο κύριος Σ.
«Να ανεβάσω τη θάλασσα στις ράχες ή να κατεβάσω τα βουνά στις παραλίες για να σταματήσουν να τσακώνονται;».
«Στο τέλος όμως θα σφαχτούνε έτσι όπως πάνε» είπε ο Λευτέρης, που γενικά εξέφραζε τις απόψεις του με έναν ευθύ και λαϊκό τρόπο. «Είναι κρίμα τα παιδιά» συνέχισε.
«Είναι κρίμα που δεν βλέπουν πως δεν ταιριάζουν και δεν αγαπιούνται» απάντησε ο κύριος Σ., που έβλεπε το τέλος του αταίριαστου ζευγαριού να έρχεται.
«Και πώς το λες αυτό;» ρώτησε ο Λευτέρης έκπληκτος από τη βεβαιότητα του κυρίου Σ.
Διότι, εάν αγαπιόντουσαν, θα συμφωνούσαν στον προορισμό ή στο ότι διαφωνούν για τον προορισμό εντός των τειχών, είπε ο κύριος Σ. και χτύπησε τρυφερά στην πλάτη τον Λευτέρη για να συνεχίσουν τον περίπατό τους.