«Ξαλάφρωσα… Αγαλλίασε η ψυχή» είπε ο μπαρμπα-Γιάννης καθώς του γύρναγαν τα χέρια πίσω από την πλάτη οι πολιτσμάνοι μπροστά από την έδρα.
Ο Μανωλιός, ο γιος του μπαρμπα-Γιάννη, ετών 27 παλικάρι, φεύγει από το σπίτι του κατά τις 7 το απόγευμα για να συναντήσει τον φίλο του τον Γιάννη. Οι κουβέντες τους δεν πήγανε καλά και ο καφές που έπιναν στην πλατεία έκανε τα νεύρα των ανδρών να τεντώσουν. Αλλάξανε λόγια, είπαν οι θαμώνες της καφετέριας, για μια γυναίκα. Φίλοι, φίλοι, αλλά η γυναίκα δεν μοιράζεται.
Ο Μανωλιός δεν τ’ άφησε να πάει έτσι. Έφυγε και ξαναγύρισε για να κερδίσει τη νομή του στο θηλυκό. Ο Γιάννης, που τον βλέπει από μακριά, έτσι λεβέντικα που επέστρεφε στην καφετέρια, σπρώχνει με τα πόδια του τη σκάλα κι ανεβαίνει στο πατάρι. Ανέβηκε κι ο Μανωλιός κι αντάλλαξαν κι άλλες κουβέντες, πιο βαριές λένε οι μαρτυρίες, κι έπειτα τέσσερις κρότοι και σιωπή. Τέσσερα βόλια χώθηκαν στο στέρνο του Μανωλιού από το σίδερο του Γιάννη που βρέθηκε στα σίδερα.
Πέντε χρόνια μετά, ο Γιάννης, που είχε φάει ισόβια, έκανε έφεση και οι δικαστές όρισαν το δικαστήριο να γίνει στον Πειραιά. Μακριά από την Κρήτη που τα πνεύματα ήταν ακόμα οξυμένα και ο πόνος του γονιού, του μπαρμπα-Γιάννη, άσβεστος για το παλικάρι του που ’φυγε απ’ τα βόλια του φίλου του.
Η αίθουσα της δίκης ντύθηκε στα μαύρα εκείνο το πρωί. Οι μισοί μαυροπουκαμισάδες για τον Γιάννη τον φονιά του Μανωλιού και οι άλλοι μισοί για τον Μανωλιό, το θύμα του φονιά. Κι ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο μπαρμπα-Γιάννης, που το ’χε κάνει τάμα να μην ξουρίσει τη γενειάδα του, που μάκραινε όσο βάθαινε ο χρόνος και το πένθος για τον χαμό του παλικαριού του.
Στις 20 Δεκέμβρη του 1988 ο μπαρμπα-Γιάννης ο Παπαδόσηφος μουντάρει μ’ ένα σάλτο και ρίχνει πέντε σφαίρες του φονιά. Μία παραπάνω απ’ όσες έφαγε ο γιος του. Μπροστά στους δικαστές, μπροστά στους μαυροπουκαμισάδες, μπροστά στους πολιτσμάνους που έτρεξαν να τον πιάσουν απ’ τα μπράτσα. Ο μπαρμπα-Γιάννης δεν αντιστάθηκε. Και καθώς του έδεναν τα χέρια πίσω από την πλάτη φώναξε, δεμένος πισθάγκωνα καθώς ήταν, «Λευτερώθηκα!».
Ο μπαρμπα-Γιάννης ο Παπαδόσηφος, που τα γένια του είχαν φτάσει ίσα με την καρδιά του, δικάστηκε για φόνο εκ προμελέτης σε 14 χρόνια φυλακή. Ο νόμος προέβλεπε ισόβια για την προμελέτη κι ο δικαστής θεώρησε πως ο μπαρμπα-Γιάννης ξυπνούσε και κοιμόταν με μόνο στόχο τα φάει τον φονιά του γιου του. Ο μπαρμπα-Γιάννης εξέτισε τα πέντε από αυτά και γύρισε μετά στο Ρέθυμνο.
Αυτό ο Τύπος της εποχής το ονόμασε βεντέτα, καθώς, όπως έγραψαν οι εφημερίδες, ο νόμος της τιμής στην Κρήτη έρχεται από παλιά, από τα αρχαία χρόνια. Τόσο παλιά μάλιστα όσο ο Αριστοτέλης. «Μόνο σαν θα πάθει ό,τι έκανε δίκη σωστή θα γίνει» («ει και πάθοι τα τ’ ερεξε, δίκη κ’ ιθεία γένοιτ») έγραφε ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια».
Και ο δικαστής που δίκασε τον παλικαρά που σκότωσε έπειτα από καβγά και του ’ριξε ισόβια χάρισε στον πατέρα τη ζωή στο όνομα μιας τιμής που τιμή άλλη δεν έχει από την ανθρώπινη ζωή του γείτονά του.
Και τ’ όπλο του μπαρμπα-Γιάννη που έπλυνε το αίμα του παιδιού του με το αίμα του φονιά, ένα γερμανικό λούγκερ κλεμμένο από αιχμάλωτο Γερμανό στη μάχη της Κρήτης, ο μύθος έγραψε πως το ’χε κρύψει στη γενειάδα του που άφηνε για πένθος.
Κι αυτή είναι η διαφορά βεντέτας και εκτέλεσης.