Ο κύριος Σ., έπειτα από πολλή περίσκεψη, αποφάσισε να υπερβεί τις αδυναμίες του παρελθόντος του και να απευθυνθεί εκ νέου στους συνδαιτυμόνες του. Είχε εκείνη την αναλαμπή στον νου κι εκείνη τη γυαλάδα στα μάτια που σήμαινε ότι είχε κάτι σημαντικό να πει. Η απόφασή του αυτή, όπως είπε και στον φίλο του τον Λευτέρη, περιείχε μια βασική παραδοχή. Ότι όλοι οι άλλοι είχαν άδικο και ότι μόνο αυτός γνώριζε ολόκληρη την αλήθεια.
Μάταια ο αγαπημένος του φίλος επιχείρησε να του εξηγήσει ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Ο κύριος Σ. αρνήθηκε αξιωματικά αυτή την αξιωματική θέση. Εκείνος ήταν αδύνατον να μην έχει δίκιο, διότι εκείνος ήταν ο μόνος πρωταγωνιστής. Εκείνος που είχε και το μαχαίρι και το πεπόνι και, εφόσον μπορούσε και να κόψει και να φάει, γνώριζε περισσότερα.
Ο Λευτέρης άρχισε να επιχειρηματολογεί ότι όταν επέρχεται μια ρήξη, υπάρχουν λόγοι που την προκαλούν και ότι αυτή είναι σχεδόν αδύνατον να αναταχθεί.
«Οι σχέσεις», είπε ο Λευτέρης, «δεν είναι φορεμένα ρούχα που τα βουτάς σε μια σκάφη, τα στριφογυρνάς και βγαίνουν άσπιλα και καθαρά σαν από λουλάκι».
«Μα δεν μιλώ για ρούχα», του απάντησε ο κύριος Σ. «Σου μιλώ για το φως. Μιλώ για τα ρούχα που βγαίνουν καθαρά από την αλισίβα, από τη στάχτη που κάνει τα ρούχα κατάλευκα. Αναβαπτισμένος καθώς είμαι και καθαρός», συνέχισε ο κύριος Σ., «και χωρίς τα βαρίδια από το παρελθόν, θα μπορώ πλέον να δω καθαρά» επέμενε σαν άλλος Σιλωάμ που βρήκε το φως του.
Ο Λευτέρης ανέκαθεν ήταν ένας μεθοδικός και επίμονος τύπος ανθρώπου που δεν τα παρατούσε εύκολα. Κυρίως όμως δεν παρατούσε τους φίλους του, πιστός στη γραμμή που είχε μάθει από την παλιά Αριστερά και που επέβαλλε να προστατεύει με κάθε κόστος τους συντρόφους του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε μπει μπροστά από τον κύριο Σ. και εισέπραξε ολόκληρο το κύμα του θυμού και της αμφισβήτησης που κατά καιρούς ο αγαπημένος του φίλος είχε υποχρεωθεί να υποστεί. Του κάκου… Ο κύριος Σ. ήταν αποφασισμένος να χωθεί στη μάχη σαν τον Διγενή Ακρίτα πάνω στον Μαύρο.
«Δύνασαι, μαύρε μ’, δύνασαι στο γιόμα για να μπλέξεις;»
«Δύναμαι, αφέντη, δύναμαι, στο γιόμα για να μπλέξω» απάγγελλε ο κύριος Σ. από το ποίημα του Διγενή, έτοιμος για το μεγάλο άλμα.
«Ο κύβος, δηλαδή, ερρίφθη» του είπε ο Λευτέρης, που στάθηκε δίπλα του για να λάβει θέση μάχης για το γιόμα.
«Ο κύβος ερρίφθη» είπε και ο κύριος Σ. και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.
«Και πού πάμε;» τον ρώτησε ο Λευτέρης, που βρισκόταν μόνιμα ένα βήμα πίσω του και μισό στο πλάι.
«Να κατακτήσουμε τον κόσμο, να λευτερώσουμε τους σκλαβωμένους, να γίνουμε εμείς αυτό που περιμένουν όλοι οι άλλοι!»
«Σίγουρα θα έχουν κάποιον λόγο να περιμένουν όλοι οι άλλοι…»
«Εμένα περιμένουν όλοι οι άλλοι!» απάντησε με βεβαιότητα ο κύριος Σ. και συνέχισε με γοργό βήμα για τη μάχη.
Κι εκεί στάθηκε μόνος του στην πρώτη γραμμή, σαν τον Διγενή, σαν τον Καίσαρα μπροστά από τις πύλες της Ρώμης, σαν τον Ναπολέοντα στα ανάκτορα της Μόσχας.
«Και τώρα;» του είπε στο αυτί ο Λευτέρης.
«Και τώρα θα περιμένουμε και τους άλλους» απάντησε ο κύριος Σ., που κατάλαβε ότι είναι άλλο πράγμα ο μύθος και άλλο η ιστορία.