Η εργασία αποτελεί βασικό πυλώνα της ζωής μας, πηγή κοινωνικής ταυτότητας, σταθερότητας και δημιουργίας. Όταν, όμως, οι ώρες εργασίας ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια, μετατρέπονται από μέσο αυτοπραγμάτωσης σε παράγοντα κινδύνου για τη συνολική υγεία του εργαζόμενου. Η συνεχιζόμενη πολιτική επιλογή από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για 13ωρο εργασίας στο όνομα της «ευελιξίας» και της «ελεύθερης επιλογής», δικαίως έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Όμως, πέρα από τον πολιτικό διάλογο, η επιστημονική έρευνα των τελευταίων ετών είναι ξεκάθαρη: η παρατεταμένη εργασία, συνδέεται άρρηκτα με σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις.
Τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας και η «υπερεργασία», αν και διατυπώνεται ως «προαιρετική» ή και «εθελοντική» δυνατότητα από επίσημα «κυβερνητικά χείλη», στην πράξη δημιουργεί κίνητρα για καθεστώς αναγκαστικής εξάντλησης, κυρίως σε χαμηλόμισθους ή επισφαλώς εργαζομένους. Αυτό δεν αποτελεί απλώς ηθικό ή πολιτικό πρόβλημα, αλλά, όπως αποδεικνύουν οι σύγχρονες μελέτες, σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας:
Σωματικές συνέπειες – Eπιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το χρόνιο εργασιακό άγχος αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο σωματικών ασθενειών. Η επαγγελματική εξουθένωση προμηνύει υπερχοληστερολαιμία, διαβήτη τύπου 2, στεφανιαία νόσο, νοσηλεία για καρδιαγγειακές διαταραχές, μυοσκελετικούς πόνους, επίμονη κόπωση, πονοκεφάλους, γαστρεντερικά και αναπνευστικά προβλήματα, ακόμη και πρόωρο θάνατο (< 45 ετών).
Ψυχολογικές συνέπειες – Η κλασική τριάδα της επαγγελματικής εξουθένωσης (συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση/κυνισμός, μειωμένη προσωπική ικανοποίηση) εκδηλώνεται ως χρόνια ψυχική κόπωση, απώλεια κινήτρων, ευερεθιστότητα και διάχυτο αίσθημα ανεπάρκειας. Εμπειρικές ανασκοπήσεις σημειώνουν ότι η επαγγελματική εξουθένωση συνοδεύεται από συμπτώματα κατάθλιψης, άγχος, αϋπνία και αυξημένη χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων. Το σύνδρομο επηρεάζει, επίσης, τις γνωστικές λειτουργίες, όπως τη συγκέντρωση, τη λήψη αποφάσεων και τη μνήμη, επιδεινώνοντας περαιτέρω την απόδοση στην εργασία.
Κοινωνικές συνέπειες – Το επαγγελματικό εξουθενωτικό σύνδρομο επιδεινώνει τις διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο εντός του χώρου εργασίας όσο κι εκτός αυτού. Οι εργαζόμενοι αναφέρουν χειρότερη ποιότητα στις σχέσεις με τους συναδέλφους τους, εξασθενημένη συνοχή της ομάδας και μειωμένη αφοσίωση, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει την κινητικότητα και την απουσία από την εργασία. Η μειωμένη κοινωνική υποστήριξη – είτε από την οικογένεια, τους συναδέλφους είτε τους προϊσταμένους – επιδεινώνει το επαγγελματικό εξουθενωτικό σύνδρομο.
Η σύγκλιση σωματικών ασθενειών, ψυχολογικής δυσφορίας και κοινωνικής απομόνωσης δημιουργεί έναν αυτοενισχυόμενο, φαύλο κύκλο: οι βλάβες στην υγεία μειώνουν τη λειτουργική ικανότητα, προκαλώντας μεγαλύτερη εργασιακή πίεση, ενώ η αυξημένη πίεση τροφοδοτεί με τη σειρά της έτι περαιτέρω τη συναισθηματική και σωματική εξάντληση.
Είναι, λοιπόν, σαφές πως η υπερεργασία και τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας δεν είναι εργαλείο ευελιξίας, αλλά επιβλαβής συνθήκη που αγνοεί τη βιολογική και ψυχική διάσταση του ανθρώπου. Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται – όπως λανθασμένα προβάλλεται από τις κυβερνητικές αφηγήσεις – αλλά φθίνει, ενώ παράλληλα αυξάνεται η πιθανότητα εργατικών ατυχημάτων και χρόνιων προβλημάτων υγείας.
Μια δημοκρατική κι ευνομούμενη Πολιτεία, αντί να θεσμοθετεί το 13ωρο, οφείλει να επενδύει σε ποιοτική εργασία, εργασιακή ασφάλεια και πολιτικές πρόληψης ψυχικής εξουθένωσης. Αυτό περιλαμβάνει:
• σταδιακή εφαρμογή του 35ωρου, χωρίς μείωση των αποδοχών
• ενίσχυση κι επέκταση των συλλογικών και κλαδικών συμβάσεων εργασίας
• ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και επιθεώρησης εργασίας
• αναγνώριση του συνδρόμου της επαγγελματικής εξουθένωσης (burn out) ως επαγγελματικής ασθένειας
Η ασφάλεια, η σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων δεν μπορεί να είναι το «παράπλευρο κόστος» της όποιας (υποτιθέμενης) «ανάπτυξης».
* Πρ. βουλεύτρια Πιερίας ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. (2015-2023), επιστημονική συνεργάτιδα ευρωβουλευτή Κώστα Αρβανίτη, μέλος Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ.