Εάν υπάρχει ένα συναίσθημα το οποίο κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ο θυμός. Γενικευμένος, ακατέργαστος, ανοργάνωτος, ανορίωτος, ενίοτε στρεφόμενος κατά του ίδιου του κατόχου του, αλλά πανταχού παρών και ουχί τα πάντα πληρών, διαπερνά κάθε πτυχή του δημοσίου διαλόγου, από την πιο ελαφριά μέχρι την πιο βαριά.
Είναι, στην πραγματικότητα, αδύνατον να αξιολογήσει ή να κατανοήσει σε βάθος κανείς οποιοδήποτε γεγονός σχετίζεται με την ελληνική κοινωνία και τους πολιτικούς (και όχι μόνο) συσχετισμούς της εάν δεν συνυπολογίσει την παράμετρο αυτού του γενικευμένου θυμού ή, ακόμα καλύτερα, εάν δεν υποστεί τις συνέπειές του. Είναι, στην πραγματικότητα, ένας θυμός που στρέφεται ανισόρροπα προς αντίθετες κατευθύνσεις, δημιουργεί μια δυσανάλογη σχέση ανάμεσα στο παθητικό μίσος, από τη μία, και την κοινωνική ζωτικότητα, από την άλλη, λειτουργεί ως παραμορφωτικό κάτοπτρο των κοινωνικών ευαισθησιών και ως αυτοάνοσο νόσημα στον συλλογικό μας οργανισμό.
Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό δεν είναι ένα ελληνικό φαινόμενο. Ο θυμός, λιγότερο, περισσότερο ή καθόλου οριοθετημένος, είναι ένα βασικό σημείο της εποχής αυτής σε όλη τη Δύση, ιδιαίτερα από την κρίση και μετά. Πρέπει να θυμόμαστε πάντα ότι ποτέ η ανθρωπότητα δεν ξεπέρασε καμία κρίση στον καπιταλισμό χωρίς να πληρώσει βαρύτατο τίμημα, σε ζωές, σε ήθος, στην απόστασή της από τη βαρβαρότητα. Μας αρέσει να σκεφτόμαστε ότι η απάντηση στην αμέσως προηγούμενη κρίση από αυτήν του 2008 ήταν το New Deal του Ρούσβελτ, όμως η αλήθεια είναι ότι ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος με τους 70.000.000 νεκρούς και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σπαρμένα σε όλη την Ευρώπη.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κρίση του 2008 και η αποτυχία είτε των κοινωνικών κινημάτων είτε των πιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων να απαντήσουν ολοκληρωμένα σε αυτήν γέννησε αυτά τα νοσηρά φαινόμενα -συνηθέστερα μεταφραζόμενα ως «τέρατα»- για τα οποία μιλούσε ο Γκράμσι, όταν αντιλαμβανόταν τον καπιταλισμό σε κρίση ως κοινωνία σε μετάβαση. Πριν από την κρίση δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ούτε τον Τραμπ Πρόεδρο των ΗΠΑ (με σοβαρές πιθανότητες επανεκλογής) ούτε τον Μπολσονάρου στη Βραζιλία και τον Μιλέι στην Αργεντινή ούτε την Ιταλία να κυβερνάται από φασίστες και τη Γαλλία και τη Γερμανία να μοιάζουν να περιμένουν τη σειρά τους.
Ομως, στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ούτε και την Αριστερά να παλινωδεί ανάμεσα στην πλήρη ενσωμάτωση, από τη μία, και την αναδίπλωση σε χιλιαστικές θέσεις ενός αποσπασματικού ριζοσπαστισμού που καταλήγει να εκκρεμεί ακίνδυνος, τις οποίες μάλιστα υποστηρίζει με φανατισμό νεοφώτιστου.
«Μιλιταρισμός της ταυτότητας»
Δεξιά και Αριστερά, ο πολιτικός διάλογος υποφέρει από έναν ιδιότυπο «μιλιταρισμό της ταυτότητας». Ο οποίος, μην έχουμε αυταπάτες, όπως ακριβώς και κάθε άλλος μιλιταρισμός, καταλήγει να ευνοεί τη Δεξιά, στον βαθμό που αποκλείει τις αποχρώσεις, περιορίζει την ανοχή και περιστέλλει την ώσμωση των ιδεών και τη συνομιλία των διαφορετικών ανησυχιών, δηλαδή τελικά επιτίθεται σε όλα τα εργαλεία της Αριστεράς.
Στην Ελλάδα, το φαινόμενο είναι πιο έντονο. Αυτό είναι απολύτως λογικό. Η κρίση βιώθηκε πολύ πιο έντονα στην Ελλάδα από οπουδήποτε αλλού, οι προσδοκίες που αναπτύχθηκαν ήταν πολύ πιο μεγάλες και η ματαίωση πολύ πιο σκληρή. Έτσι ώστε ακόμα περισσότερο ο θυμός της κοινωνίας να κατευθύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις - και κυρίως τις λάθος. Πριν έναν χρόνο, στις διπλές βουλευτικές εκλογές, η ελληνική κοινωνία ξέσπασε πρωτίστως κατά όλων όσοι της υποσχέθηκαν κάποια στιγμή ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν διαφορετικά και σε δεύτερο βαθμό εναντίον των πιο φτωχών μελών της - των μεταναστών και μεταναστριών.
Αν και η πρακτική αυτή θυμίζει λίγο το ανέκδοτο με τον δυστυχή σύζυγο που όταν έμαθε ότι η γυναίκα του τον απατά έκοψε τα γεννητικά του όργανα για να την τιμωρήσει, είναι σοφό να μείνουμε μακριά από τακτικές απαξίωσης του λαϊκού θυμικού στις οποίες επιδίδεται ένα τμήμα της Αριστεράς εδώ και πέντε χρόνια. Το ζήτημα πρέπει να τεθεί αλλιώς. Η Αριστερά πρέπει να αναζητήσει μέσα στη σημερινή κοινωνία φωλιές προσδοκίας μέσα στην έρημο του θυμού και να γίνει ξανά ο εκφραστής τους.
Δεν υπάρχει συνταγή
Δεν είναι ασφαλώς κάτι εύκολο αυτό, δεν υπάρχει συνταγή και σίγουρα δεν εγγυάται διόλου ότι η Αριστερά θα γίνει ξανά πλειοψηφική μέσα σε ένα βράδυ. Πλανάται όποιος αρνείται ότι η ήττα της είναι αυτή τη στιγμή στρατηγική και ακόμα περισσότερο όποιος παριστάνει ότι οι συνέπειές της μπορούν να αρθούν με κόλπα.
Ομως είναι βέβαιο ότι μια κοινωνία που δρα υπό το καθεστώς του θυμού και μόνο δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά προοδευτικά γιατί έχει απωλέσει τη δημιουργικότητα και τη συλλογικότητα. Έχει παραιτηθεί δηλαδή από την κοινωνική ζωτικότητα.
Αν και για τη γενιά που σήμερα βρίσκεται στην πιο παραγωγική της ηλικία ένας τέτοιος στόχος μοιάζει άχαρος συγκρινόμενος με όσα διεκδικούσε πριν από 10 χρόνια, η υπεράσπιση της κοινωνικής ζωτικότητας είναι για την Αριστερά -και για όλους μας- το κύριο στοίχημα που θα κρίνει τις επόμενες δεκαετίες.