Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιράζει προκλητικές αυξήσεις στους εκλεκτούς της διοικητές των νοσοκομείων αλλά οι εξειδικευμένοι γιατροί εγκαταλείπουν το ΕΣΥ αδυνατώντας να ζήσουν αξιοπρεπώς στο συνεχώς υποβαθμιζόμενο δημόσιο σύστημα Υγείας, όπως γίνεται σαφές από μία ακόμη έκρηξη οργής των πολιτών, αυτή τη φορά στο Βόλο.
Στο Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο Βόλου απευθύνονται περίπου 400 ογκολογικοί ασθενείς προκειμένου να υποβληθούν σε χημειοθεραπείες, ενώ ακόμη 100 κάνουν το ίδιο σε αραιότερα διαστήματα για επανεξέταση ή προληπτική αγωγή, ωστόσο το τελευταίο διάστημα το εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό αποτελείται από μία μόνο ογκολόγο, που δίνει μάχη προκειμένου να ανταποκριθεί μόνη της στις ανάγκες των καρκινοπαθών.
Ο λόγος είναι ότι τους τελευταίους μήνες παραιτήθηκαν οι άλλοι δύο από τους τρεις ογκολόγους γιατρούς του νοσοκομείου, όπως γράφει ο τοπικός Ταχυδρόμος σε εκτενές ρεπορτάζ του. Η «λύση» που δίνει το υπουργείο Υγείας και οι συναρμόδιες υπηρεσίες είναι μία φορά την εβδομάδα να προστίθεται ένας γιατρός από τη Λάρισα, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για να καλυφθούν οι ανάγκες εκατοντάδων καρκινοπαθών, την ώρα που δίνουν την μάχη για την υγεία τους.
Οι καρκινοπαθείς οργανώθηκαν μέσω των social media και προχώρησαν σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το νοσοκομείο την Πέμπτη, απαιτώντας να στελεχωθεί επαρκώς το νοσοκομείο.
Σε δηλώσεις της στην τοπική εφημερίδα η καρκινοπαθής Πόπη Κυρατλίδου τόνισε ότι «η γιατρός που έχει παραμείνει εργάζεται με αυτοθυσία για να μάς συνδράμει. Όμως είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μπορέσει να εξυπηρετήσει όλα τα περιστατικά. Δικαίωμα όμως στην υγεία έχουμε όλοι ... Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναβάλλουμε ή να παραπέμψουμε για αργότερα θεραπείες. Είμαστε υπό παρακολούθηση και υποχρεωτικά πρέπει να ακολουθήσουμε συγκεκριμένη αγωγή».
Σημειώνεται ότι το πρόβλημα της υποστελέχωσης δεν είναι μεμονωμένο αλλά υφίσταται και σε άλλα τμήματα του νοσοκομείου, τόνισε ο εκπρόσωπος των εργαζόμενων στο νοσοκομείο. «Απαιτούμε μόνιμες και μαζικές προσλήψεις για να καλυφτούν όλα τα οργανικά κενά, ενώ παράλληλα θέλουμε να παραταθεί για τουλάχιστον ένα χρόνο η απασχόληση όλων των συμβασιούχων».