Βαριές ποινές, ακόμα και γι' αυτούς που από την αρχή υποστήριξαν την αθωότητά τους, επεφύλαξε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για πέντε από τους οκτώ κατηγορούμενους στην υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα, ενώ οι υπόλοιποι τρεις απαλλάχτηκαν από κάθε κατηγορία. Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε ελαφρυντικά στους καταδικασθέντες, αλλά ούτε και ενέκρινε το αίτημα που υπέβαλαν τρεις από αυτούς για αναστολή της καταδικαστικής απόφασης μέχρι το Εφετείο.
Μετά από πολύμηνη διαδικασία, χθες, ενώπιον ενός πολυπληθούς ακροατηρίου, το δικαστήριο καταδίκασε σε κάθειρξη 50 ετών και έξι μηνών (εκτιτέα ποινή τα 25 χρόνια) τους φυγόδικους από τον περασμένο Οκτώβριο Νίκο Μαζιώτη και Πόλα Ρούπα, αλλά και τον Κώστα Γουρνά. Οι τρεις κρίθηκαν ένοχοι για τα αδικήματα της συγκρότησης τρομοκρατικής οργάνωσης, απλή συνέργεια σε εκρήξεις κατά συρροή, απλή συνέργεια σε τρεις απόπειρες ανθρωποκτονίας, απλή συνέργεια σε διακεκριμένη φθορά ξένης περιουσίας, προμήθεια και κατοχή όπλων και εκρηκτικών και χρήση πλαστού εγγράφου (για το τελευταίο δεν κατηγορούνταν ο Ν. Μαζιώτης). Σημειώνεται ότι οι Μαζιώτης, Ρούπα και Γουρνάς, οι μόνοι από τους κατηγορούμενους που είχαν αναλάβει την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στην οργάνωση, κρίθηκαν αθώοι από την κατηγορία του "διευθυντηρίου", καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι στην οργάνωση δεν ετίθετο θέμα αρχηγού ή διευθυντηρίου στη λήψη των αποφάσεων.
Επίσης το δικαστήριο καταδίκασε τους Βαγγέλη Σταθόπουλο και Χριστόφορο Κορτέση σε 7,5 και 7 χρόνια φυλάκισης για συγκρότηση τρομοκρατικής οργάνωσης και δεν τους χορήγησε αναστολή παρά το γεγονός ότι παρέμειναν προσωρινά κρατούμενοι για ένα χρόνο και παρείχαν εργασία εντός των φυλακών.
Απαλλαγή από κάθε κατηγορία λόγω αμφιβολιών και παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση ήταν η ετυμηγορία του δικαστηρίου για τους Σαράντο Νικητόπουλο και Κωνσταντίνο Κάτσενο. Αθώα κηρύχτηκε και η Μαρί Μπεραχά, σύζυγος του Κ. Γουρνά, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία που να στηρίζουν την κατηγορία σε βάρος της.
Σημειώνεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι -πλην των φυγόδικων- βρίσκονταν εκτός φυλακής (ορισμένοι έχοντας υπερβεί το όριο προφυλάκισης και κάποιοι επειδή δεν είχαν κριθεί ποτέ προφυλακιστέοι) και παρακολουθούσαν καθημερινά τη δίκη τους.