Live τώρα    
Πινελιές ζωής: Στην άσβηστη μνήμη του Μπάμπη Ταλιούρη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πινελιές ζωής: Στην άσβηστη μνήμη του Μπάμπη Ταλιούρη

Ο Μπάμπης Ταλιούρης

Μαύρα κι’ άχαρα τα Χριστούγεννα που έφυγαν και πήραν αιφνιδιαστικά και απίστευτα τον ακατάβλητο, λαμπρό και σεμνό αγωνιστή Μπάμπη (Χαράλαμπο, Λάμπρο) Ταλιούρη. Συγκλονισμένοι και συντετριμμένοι, με άφατο πόνο ψυχής, βαριές καρδιές και βουρκωμένα μάτια, η μονάκριβη αδερφή του, τα διαλεκτά του ανίψια Γιώργος και Χρήστος, που ήρθαν από τη Γερμανία να συντρέξουν και βοηθήσουν, με τον ανελλιπώς απ' το προσκεφάλι του κι’ ως αδερφός συμπαραστάτης του, Θανάσης Οικονόμου (πρώην βουλευτής), αξιαγάπητοι συγγενείς, φίλοι, συγχωριανοί, περιχώρων, συνεξόριστοι επί Χούντας και σύντροφοι απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. Ιωαννίνων, τον αποχαιρετήσαμε στο Πάνθεον ηρώων και Αθανάτων στο λατρευτό του χωριό, Γεροπλάτανο Ιωαννίνων. Η θλίψη κι’ η συγκίνηση έκδηλη σε όλους, αναστοχαζόμενοι βιώματα κι’ αγώνες, πίκρες και χαρές που μοιραστήκαμε· φτωχότεροι πλέον απ' την αδόκητη «φυγή» του.

Ο Αγωνιστής, με Άλφα κεφαλαίο, Μπάμπης Ταλιούρης, με την αψεγάδιαστη προσωπικότητά του στην γενικότερη στάση ζωής του, με φόντα κα προσόντα, άνθρωπος χαρισματικής υπόστασης, με σύνεση και φρόνηση, οξυμένη αντίληψη, σκέψη και κρίση, ακεραιότητα χαρακτήρα, ήθος και εντιμότητα, προσωποποιούσε την αγνή κι’ αδέκαστη φυσιογνωμία του κομμουνιστή· ως ίνδαλμα μίμησης και παραδειγματισμού, αφοσίωσης και υπεράσπισης των ιδεωδών του καταγράφτηκε στην περιοχή μας κι’ έτσι θα μείνει στη μνήμη όσων τον γνωρίσαμε.

Ο φίλτατος Μπάμπης Ταλιούρης στο αγωνιστικό του διάβα υπήρξε αθόρυβος, χαμηλών τόνων, χωρίς εξάρσεις και κούφιες δεκαρολογίες επαναστατικότητας και σπουδαιοφάνειας, διατηρώντας επίμονα και αδιάκοπα την απέραντη απλότητα και σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη και μεγαλοκαρδία που τον κοσμούσαν ως άφθαρτο κεφάλαιο -απ’ την αυτοδιδασκαλία διαβασμάτων του και ως θέληση των υπέροχων γονιών και των παππούδων του. Έχοντας πάντα μεστό λόγο τεκμηρίωνε τις θέσεις του με επιχειρήματα, οι αντιπαραθέσεις ήταν καλοζυγισμένες, ήταν αντικειμενικός και έδειχνε απόλυτο σεβασμό στις διαφορετικές θέσεις κι’ απόψεις στην όποια κουβέντα και συζήτηση. Χαιρόμουν και απολάμβανα να τον ακούω και διδακτικά να αφομοιώνω συμπεράσματά του. Έτσι και με την βαρύτητα αναμφισβήτητης σοβαρότητας και υπευθυνότητας, απόφαση ζωής του, αυτοεπέλεξε κι αυτοκαθορίστηκε αμετάκλητα πολιτικά στην κομμουνιστική ανανέωση, που πλειοψηφικά είχαμε τοποθετηθεί οι Γιαννιώτες σύντροφοι, με την οδυνηρή διάσπαση του Κ.Κ.Ε στην Ι2η ολομέλεια το 1968, που μας βρήκε εξόριστους στο Λακκί της Λέρου.

Τα παιδικά χρόνια

Ο αλησμόνητος κι’ ως μάρτυρας πια όλης της Δημοκρατικής Αριστεράς, Μπάμπης Ταλιούρης, δεν έζησε και δεν χάρηκε παιδικά χρόνια, ξέγνοιαστος κι’ ανέμελος, με παιγνίδια. Είχαν σφραγισθεί και τα χείλη του για τραγούδια και χαμόγελα. Είχαν στερέψει και τα δάκρυα στα φωτεινά του μάτια απ’ το ξεκλήρισμα της οικογένειάς τους και τη συμφορά δυστυχίας που τους είχαν χτυπήσει απολιθώματα φασισμού κι’ αποκτηνωμένοι βαρβαρότητας εθνοκάπηλοι και εθνοβόροι σαδιστές «χριστιανοί!». Ο πάντα μάχιμος με ακατανίκητο πάθος για δικαιότερη κοινωνία και καλύτερη ζωή Μπάμπης Ταλιούρης, από παιδαρέλι 9,5 χρονών σήκωσε βαριές ευθύνες, τρανές υποχρεώσεις κι’ ως από θαύμα επέζησε. Ακόμη δάκρυζε σε αναφορές κουβεντιάσματος τόσου βάθους χρόνων που παίρναν φωτιά συγκλονισμού κι' ανατριχίλας οι αναμνήσεις του κι’ εφιάλτες τάραζαν ακόμα και τον ύπνο του. Σκιαγραφούσε, απεικόνιζε κι’ αντιπροσώπευε ως αδιάσειστη μαρτυρία αυθεντικότητας τα μαρτύρια ανήκουστων δραμάτων και τραγωδιών στα κολαστήρια αμείλικτων διωγμών και κανιβαλιστικών βασανιστηρίων, που στήθηκαν απ’ το καθεστώς μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και μοναρχοφασιστικών ορδών που σκληρότατα δοκιμάστηκαν, αντιμετώπισαν και  θανατώθηκαν  χιλιάδες  αγωνιστές και αγωνίστριες της Εθνοαπελευθερωτικής Αντίστασης ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΚΚΕ και Δημοκρατών που είχαν πολεμήσει τους Ιταλογερμανούς και Βούλγαρους φασίστες. Τα ίδια δεινά δοκιμασιών, κακουχιών, ταλαιπωριών, θανάτων, πέρασαν και οι οικογένειες και τα παιδιά τους καθώς και η εκλεκτή οικογένεια του γενναίου, ηρωικού παλαίμαχου και τιμημένου νεκρού αγωνιστή, Γιώργου Ταλιούρη, με τη λεβέντισσα γυναίκα του, τα άξια, αλύγιστα βλαστάρια του Μπάμπη και Ειρήνη, τις ως Τζαβέλαινες απροσκύνητες αδερφές του και τους αγέρωχους ψηλομέτωπους γονιούς του Χρήστου και Κατερίνας.

Αγέρωχος και ψηλομέτωπος, με ευθυτενές κυπαρίσσι μπόϊ κι ο Μπάμπης, που αποχαιρετήσαμε με τις σημαίες μεσίστιες. Έμοιαζε να χαμηλώνουν τις κορφές τα βουνά μας για να περάσει εκείνος στην Αθανασία. Η οικογένειά του ήταν απ’ τις ζηλευτές και καλά αποκαταστημένες οικογένειες του χωριού και της γύρω περιοχής, με δραστήριους, δημιουργικούς, προκομμένους κι' αξιαγάπητους γονείς, που εκτός από τα κτήματα, είχαν και μύλο, έτσι δεν πείνασαν στην Κατοχή και βοήθησαν πολλούς να ζήσουν. Είχαν και καλό βιός οικόσιτων ζώων για να καλύπτουν τις ανάγκες τους· το μέλλον φαινόταν ευοίωνο, τα παιδιά τους θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Κι όμως!.. Ήρθε ο φασισμός, η συμφορά, ο θάνατος κι’ η καθολική ανατροπή της ζωής τους, όπου «έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα!»

Αλβανικό, ΕΛΑΣ και η ιστορία του πατέρα

Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο εναντίον μας, ο πατέρας του ξαναεπιστρατεύτηκε και πολέμησε με αυταπάρνηση στο «έπος της Αλβανίας!» Με τη συνθηκολόγηση Τσολάκογλου, περίλυπος γύρισε σπίτι. Μετά ως κομμουνιστής και στο ΕΑΜ έγινε κήρυκας και σαλπιγκτής για την απελευθέρωση της πατρίδας κι’ απ' τους πρώτους το 1942 κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ πολεμώντας τους φασίστες κατακτητές.
Το 1944 και 7 χρονών ο Μπάμπης έγινε Αετόπουλο. Με τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φλεβάρη 1945) πικραμένος κι’ ως στέλεχος του ΚΚΕ γύρισε σπίτι ο πατέρας του. Στη γιορτή ανταμώματος της οικογένειας, η μάνα του είχε σφάξει και μαγειρέψει δύο κοκόρια και είχε καλέσει και τους δικούς της γονείς. Τότε ο Μπάμπης ήπιε για πρώτη φορά κρασί που του έβαλε ο πατέρας του, καθώς πανευτυχής χόρευε ακούραστος στην αγκαλιά του την ως κουκλίτσα 2,5 χρονών Ειρηνούλα τους. Έκτοτε δεν ξέχασε ποτέ και στα όσα επακολούθησαν, εκείνο το γεύμα οικογενειακής χαράς και ευτυχίας και πάντα στις σκέψεις του έντονα το ξαναζούσε σε στιγμές και λεπτομέρειες. Μετά τις εκλογές τον Μάρτη του 1946, που εγκληματικά λαθεμένα απείχε το Κ.Κ.Ε και οργίαζαν οι συμμορίες, με συνεργάτες Γερμανών κατακτητών, του Μεταβαρκιζιανού καθεστώτος και διακινδυνεύοντας να συλληφθεί και να δολοφονηθεί ο πατέρας του σε εφόδους και καρτέρια που του στήνανε, τον Μάη του 1946 κατέφυγε στα βουνά, στις ομάδες (ΟΚΔΕ) καταδιωκόμενων αγωνιστών κι έφτασε να καταταγεί στον ΔΣΕ. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες και σκοτώθηκε στις 6 Οκτώβρη 1948 στη μάχη Βυσσινιάς Καστοριάς. Ήταν παλικάρι 34 χρονών!

Με τη Μεταπολίτευση, το 1974, ο Μπάμπης πήγε στη Βυσσινιά Καστοριάς μήπως βρει τάφο και τα ιερά οστά του πατέρα του. Ο ευσεβέστατος παπάς της Βυσσινιάς δεν βρήκε στοιχεία στα δεφτέρια που υπήρχαν, ερεύνησαν κι’ άλλοι και του είπαν πως «οι αρχές» δεν επιτρέπανε ταφή ανταρτών στο νεκροταφείο τους. Άναψε κερί στην εκκλησία, κέρασε καφέδες τους θαμώνες του καφενείου που κάθισε με τον παπά και φεύγοντας δάκρυσε βλέποντας κοράκια να πετάνε στον ουρανό.

Την ίδια περίοδο του 1946, «αρχές» και συμμορίες, μην κατορθώνοντας να συλλάβουν τον πατέρα του, συλλάβανε τη μάνα του με μία αδερφή της, τον παππού του Χρήστο με τις δύο του κόρες, αδερφές του πατέρα του, που πριν είχαν φυλακή τον άντρα τής μεγαλύτερης και μετά στείλανε στο κολαστήριο της Μακρονήσου απορφανίζοντας και τα δύο τους κοριτσόπουλα. Μαζί τους είχαν συλλάβει και άλλες 5 γυναίκες αγωνιστών. Με την μάνα του είχαν πάρει στην φυλακή και την αδερφούλα του Ειρήνη, νήπιο τότε 3,5 χρονών που την άφησαν μετά από 2,5 μήνες που τις στείλανε όλες και τον παππού του εξορία στο νησί Γαύδο. Την μικρή αδερφή του πατέρα του και θεία του 20 χρονών, την βασάνισαν φρικτά κι’ ετοιμοθάνατη την εξόρισαν· συνεξόριστοι, γιατροί και νοσοκόμες, την έσωσαν. Η γιαγιά του Κατερίνα λέαινα καρδιάς, στοργής και προστασίας των 4 απορφανισμένων εγγονών της, της ξεκληρισμένης οικογένειας της. Φτερούγες ζεστές, τα χέρια της στ’ αγκαλιάσματα τους ως Παναγιά και θεά σωτηρίας και ζωής τους κι' ο Μπάμπης 9 χρονών, ο άντρας πλέον κι’ αντρειοσύνης στυλοβάτης όλων. Αδερφός και πατέρας, αμέριστος βοηθός της γιαγιάς. Διακρίνονταν και στην επιμέλεια μαθημάτων και σε πάθος διαβάσματος και παρά τις απουσίες απ’ το σχολείο, βοηθώντας την γιαγιά του σε κήπους, χωράφια και όπου τον χρειάζονταν, προβιβαζόταν με άριστα. Έμοιαζε να γεροδένονταν σωματικά, ζηλευτά να ξεπερνούσε σε μπόϊ την ηλικία του απ’ τις γεωργικές δουλειές, το κόψιμο και κουβάλημα ξύλων ξεχειμωνιασμάτων, τζακιού, φούρνου, πλυσιμάτων και μαγειρευμάτων ώς κι’ τη φροντίδα όσων ζώων είχαν κρατήσει για εξυπηρέτηση και κάλυψη αναγκών επιβίωσης τους, για να έχουν το αυγό, το γάλα και το τυρί, το κρέας και το μαλλί, που κάτι απ’ τις στέρησες ή περίσσευμά τους, να πουλάνε για ρούχα, παπούτσια μάνας, θείες και παππού που στέλνανε με δέματα μαζί με πλιγούρι, τραχανά, φασόλια, τσιγάρα για τον παππού και νήματα να τα πλέκουν κάλτσες και φανελάκια. Ο απορφανισμός τους έγινε πιο θανάσιμος σταυρός μαρτυριών τους όταν μάθανε πως σκοτώθηκε ο πατέρας τους. Σπαραγμός και οδυρμός, επιταφίου θρήνος στο σπίτι τους απ' την απαρηγόρητη γιαγιά που στην αγκαλιά της πλάνταζαν στο κλάμα και οι εγγονές της. Πρόστρεξαν αναστατωμένοι συγγενείς και γειτόνισσες για λόγια και χάδια συμπόνιας, συμπαράστασης και κουράγιου. Ο Μπάμπης παράμερα σφουγγίζοντας τα δάκρυά του, στάθηκε στο εικονοστάσι ως γίγας μύθων, άθλων και θρύλων σε όρκο ιερότητας κι’ απαραβίαστου χρέους του, στην τιμή και στο αίμα του πατέρα του κι' αντάξια να του μοιάσει. Το μαύρο χαμπέρι ως κεραυνός να τους κάψει έπεσε σπίτι τους κι’ ως αποπνικτική καταχνιά πένθους στο χωριό τους. Δακρύβρεχτο το γράμμα τους που στείλανε στον παππού να πει τη συμφορά τους, στη μάνα τους και στις θείες, κόρες του. Δακρύβρεχτα και τα γράμματα απ’ την μάνα, τον παππού και τις θείες τους κι’ όλα μαύρα γύρω τους κι’ ως σωσίβιο ζωής τους, χαλύβδινης αντοχής και λατρείας τους η γιαγιά που ως εικόνα ευγνωμοσύνης και νεκρή δοξάζανε.

ΕΔΑ και Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα            

Μετά από 4 χρόνια με τα μέτρα ειρήνευσης του Πλαστήρα το 1950 ελευθερώθηκαν απ’ την εξορία και γύρισαν σπίτι τους, η μάνα, ο παππούς, οι θείες τους και οι άλλες εξόριστες του χωριού και ήταν όλοι αγνώριστοι στην αντάμωση με τα παιδιά τους. Η εξορία, κακουχίες, στερήσεις τούς είχαν «φάει» ομορφιά προσώπων, αλλά η αγάπη στις καρδιές τους πλάταινε. Μέρες κράτησαν στοργής φιλιά, αγκαλιάσματα, χάδια και δάκρυα χαράς ανάμεικτα με αθεράπευτου πόνου φιλώντας την φωτογραφία του πατέρα τους. Χαίρονταν και καμάρωναν τα παιδιά. Η Ειρηνούλα 7,5 χρονών, χαριτωμένο πλάσμα, σαν ομοίωμα ομιλούσας κούκλας, και ο Μπάμπης 13 χρονών πλέον, ωραίο παλληκαρόπουλο κι’ αξεπέραστος σε ανάστημα από συνομηλίκους του. Έμεινε κάμποσα χρόνια στο χωριό βοηθώντας μάνα και παππού σε δουλειές ανάστασης του σπιτικού τους κι’ αλλαγή ζωής με φως ήλιου και ελπίδας. Συνδέθηκε με την ΕΔΑ Ιωαννίνων κι’ από περίπτερο που του συνέστησαν, κρυφά αγόραζε την «ΑΥΓΗ» που μυστικά διάβαζε ο παππούς, η μάνα του και άλλοι έμπιστοι αγωνιστές, αφού η τρομοκρατία ήταν αφόρητη, ιδιαίτερα στην περιοχή μας. Το 1958 ψήφισε για πρώτη φορά και ΕΔΑ όπως και όλοι της οικογένειάς του -η ΕΔΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση είχε βγάλει δύο βουλευτές στο νομό μας. Μετά ήρθε στην Αθήνα, εργαζόμενος χτίστης όπου οργανώθηκε στην ΕΔΑ και στο Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα (ΔΣΚ) κι’ ανταμώναμε στις ιστορικές απεργίες των οικοδόμων 1960-1961 για 8ωρη εργασία και καθιέρωση Δωρόσημου.

Χούντα και σύλληψη, εξορίες…

Το 1965 πήγε στην Γερμανία με την αδερφή του και γύριζε κάθε Πάσχα να γιορτάζει με την μάνα του. Έτσι γύρισε και τον Απρίλη του 1967 για Πάσχα και να ψηφίσει στις εκλογές τον Μάη. Με την κήρυξη της δικτατορίας κατέβηκε στη διαδήλωση εναντίον της Χούντας με εκατοντάδες ΕΔΑϊτες, Δημοκράτες και Λαμπράκηδες στα Γιάννενα, που μόνο τα πολύπαθα και αδούλωτα Γιάννενα τόλμησαν και έκαναν. Το Μεγάλο Σάββατο 29 Απρίλη πριν ξημερώσει Πάσχα, τον συλλάβανε με άλλους συγχωριανούς του οι «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Στα κρατητήρια του πήγε φαγητό η μάνα του και πέρασε το Πάσχα.

Όταν μετά τον εξόρισαν στη Γιούρα με δεκάδες άλλους αγωνιστές και αγωνίστριες ακόμη και ανδρόγυνα που αφήσανε μωρά παιδιά και δεν τους επιτρέπανε να τα αποχαιρετήσουν, όπως κι’ αυτός τη μάνα του, γνώριζε για μια ακόμη φορά πως ο φασισμός ήταν ακόμη ως Λερναία Ύδρα κι’ η πίκρα, η στεναχώρια του και για τη μάνα που δεν είδε και για όσα επέρχονταν μεταβάλλονταν σε ασίγαστο πείσμα και ηράκλεια δύναμη για να αντιμετωπίσει και καταπολεμήσει τον αφανισμό του. Αυτό επιβεβαίωσε παλεύοντας στη ζωή του. Στην Γιούρα, που εκατοντάδες και συγχωριανοί του φεύγανε, ένας του πρότεινε να τους ακολουθήσει. Χωρίς κακία και προσβολή του είπε: «Για μένα, άλλη λύση και πορεία δεν υπάρχει και ξέρεις την οικογένεια μου. Θα μείνω κι’ ας πεθάνω να μην ντρέπομαι να βλέπω τη φωτογραφία του πατέρα μου και τους δικούς μου!» Μετά την Γιούρα τον στείλανε στο στρατόπεδο στο Λακκί της Λέρου με 2.300 άλλους αγωνιστές, εκεί όπου ανταμώσαμε. Σε επισκεπτήρια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού ερχόταν απ’ τη Γερμανία και το χωριό τους η αδερφή του με ό,τι χρειαζόταν ή ετοίμαζε η μάνα τους και τον έβλεπε. Το βάρος συνεπειών απορφανισμού, στερήσεων, ταλαιπωριών, κατατρεγμών και εξορίας υπέσκαψαν την υγεία του και άρρωστος ελευθερώθηκε τον Αύγουστο 1970, μετά από 3 χρόνια και 3 μήνες εξορία.

Ο αγωνιστής Μπάμπης Ταλιούρης βρέθηκε στα μετερίζια αγώνων μας ως φοίνικας αναγεννημένος απ’ τη στάχτη και το αίμα τού ολοκαυτώματος της οικογένειάς του και ως σύμβολο και σκυταλοδρόμος του πατέρα του, πάλεψε ανυπότακτα και με συνέπεια τιμώντας και δικαιώνοντας ιδανικά για τα οποία εκείνος θυσιάστηκε: Ελευθερία, Δημοκρατία, Ειρήνη και πιο ανθρώπινη ζωή. Κι’ έτσι αλησμόνητα θα τον θυμόμαστε φυλάγοντας υποθήκες και παρακαταθήκες του παραδειγματισμού και της αξιοπρέπειάς του.

Τιμώντας την άσβηστη μνήμη του καταθέτω στην ΑΥΓΗ που μονίμως τον συντρόφευε 60,00 €

Γιάννης Κανναβός (Πολιτικής προσφυγιάς Ρουμανίας, φυλακών Μακρονήσου, εξόριστος Χούντας στο Λακκί Λέρου - μέλος του (ενιαίου) ΚΚΕ απ’ το 1952 και 90 χρονών.)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0