Live τώρα    
Τερέζα Αλάτση / «Περικλή μου, τα κατάφερες, δεν πέθανες μαλάκας»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τερέζα Αλάτση / «Περικλή μου, τα κατάφερες, δεν πέθανες μαλάκας»

133255014b.jpg
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η οδός Καλλίστης στου Γκύζη είναι ένας δρόμος που περπατάς ευχάριστα. Από τη μία είναι ο Λόφος Φινοπούλου. Η πέτρινη μάντρα και τα ψηλά του δέντρα. Κυπαρίσσια, πεύκα, ακακίες. Από την άλλη οι πολυκατοικίες, που αποκτούν μια αίσθηση πιο ανάλαφρη. Όπως ο αέρας δίπλα απ’ τα λίγα μέρη της πόλης που έχουν πράσινο.

Σε μία από αυτές τις πολυκατοικίες ανέβηκα τα σκαλοπάτια και χτύπησα το κουδούνι. Η γυναίκα που άνοιξε με χαμόγελο την πόρτα, μου άνοιξε μετά ένα μικρό βιβλίο που είχε στη δεύτερη σελίδα του μια αφιέρωση από τον Περικλή Κοροβέση. «Στην εξαδέλφη Τερέζα κι ας μην είμαι Μπαλζάκ». Αθήνα 11 Ιανουαρίου του 1995.

Το βιβλίο ήταν οι «Γυναίκες ευσεβείς του πάθους». Και η Τερέζα Αλάτση μόλις που είχε μάθει εκείνη την εποχή ότι έχει συγγένεια μαζί του.

Το βιβλίο δεν της άρεσε αρχικά. Μετά όμως λάτρεψε τον συγγραφέα του. «Μου λείπει πάρα πολύ. Μου λείπει γιατί τον ήθελα να είναι οδηγός στη σκέψη μου». Με την ικανότητα να μεταφέρει αυτούσια τις κουβέντες του, η Τ. Αλάτση μπόρεσε κι έφερε δίπλα μας τη σκέψη του Περικλή Κοροβέση. Κάθε φράση και λίγη πάντα σοφία. Παράλληλα μοιράστηκε ιστορίες που φτάνουν έως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και τον αρχισυντάκτη πατέρα της στην αριστερή εφημερίδα Πάροικος.


Θέλεις να μου πεις μερικά πράγματα για σένα; Για το πού έζησες, τη δουλειά σου.

Το ενδιαφέρον είναι πώς έφτασα να υπάρχω. Γεννήθηκα στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια. Ήρθα εδώ εξήμισι χρόνων, το 1957. Η μητέρα μου ήταν από την Αλεξάνδρεια και ο πατέρας μου από το Κάιρο. Ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης στον Πάροικο, αριστερή εφημερίδα της Αιγύπτου. Και στον Ταχυδρόμο. Στον Πάροικο έγραφε συχνά και ο Στρατής Τσίρκας. Ο πατέρας μου ήξερε όλα τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» και πριν γνωρίσει τη μητέρα μου έβγαινε με την αδερφή του Τσίρκα. Αλεξάνδρα τη λέγανε. Ο Τσίρκας όταν το έμαθε, τον κάλεσε και του είπε «άκου, Κώστα, είσαι πολύ καλός κομμουνιστής, έχεις πολύ καλή πένα, αλλά δεν κάνουν τα οικονομικά σου για την αδερφή μου. Να σταματήσει αυτή η σχέση». Άρα εγώ, λέω, οφείλω την ύπαρξή μου στον Τσίρκα. Καλά έκανε και ήτανε αυτός που ήτανε!

Στην Ελλάδα ήρθαμε με πρωτοβουλία της γιαγιάς μου, της μητέρας της μάνας μου. Ήταν μια οικογένεια απολιτίκ. Ενώ ο πατέρας μου ήταν αριστερός και άθεος. Η γιαγιά όμως αποφάσιζε. Μητριαρχική οικογένεια. Μείναμε σε έναν θείο μου στους Αμπελοκήπους για να βελτιωθούν τα οικονομικά. Μου έλεγε η μάνα μου ότι δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για γάλα καλά-καλά. Το σπίτι ήταν δίπατο και από κάτω έμενε η φοβερή Μαρία Ιορδανίδου που έχει γράψει τη «Λωξάντρα».

Μεγαλώνοντας έγινα καθηγήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Από το 1975 έως και το 2009. Άρχισα να μαθαίνω γαλλικά από πείσμα. Γιατί οι γονείς μου, όταν θέλανε να μην καταλάβω τι λένε, μιλούσανε γαλλικά. Επίσης είχα δύο ξαδέρφες, στις οποίες η μαμά τους τούς μιλούσε από μικρές γαλλικά και είχαν μάθει. Εγώ λοιπόν δεν ήξερα και μ’ ενοχλούσε αυτό. Αισθανόμουν μειονεκτικά. Πήγα στο παράρτημα Εξαρχείων, γιατί εκεί δούλευε μια αδερφή της μαμάς μου. Πήγα ως μαθήτρια από 10 χρόνων. Σκοτώθηκα στο διάβασμα. Μου αρέσανε πολύ.


Με τον Περικλή πώς συνδέεσαι, πότε τον γνώρισες;

Τον Περικλή τον γνώρισα στη δεκαετία του ’90, πρέπει να ήταν το ’94 όταν γνωριστήκαμε. Δεν τον ήξερα πριν. Τον ανακάλυψε μία ξαδέρφη μου που τον συνάντησε τυχαία σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και μετά εκείνη το έψαξε και βρήκε ότι ήμασταν συγγενείς. Η γιαγιά μου ήταν με τον παππού του αδέρφια από την πλευρά της μητέρας μου.

Τον αγαπούσα πάρα πολύ. Και την αδερφή του την Άλκηστη που είχα γνωρίσει, η οποία πέθανε νωρίτερα. Η Άλκηστις έμοιαζε πάρα πολύ με την Παξινού φυσιογνωμικά. Ο Περικλής μού έλεγε ότι εγώ του θύμιζα πολύ τη μαμά του, την οποία δεν την είχα γνωρίσει ποτέ.

Θυμάμαι ότι έπινε συνεχώς. Στην αρχή αυτό με είχε ενοχλήσει, αλλά μετά σκέφτηκα ότι αν είχα περάσει έστω και το ένα εκατοστό από αυτά που έζησε ο Περικλής, όχι μόνο θα έπινα, που δεν πίνω τίποτα, αλλά κι εγώ δεν ξέρω πού θα ήμουν. Ο Περικλής, παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι όταν ήταν τύφλα στο μεθύσι, είχε ένα μυαλό ξυράφι για τα πολιτικά θέματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει. Οι γνώσεις του ήταν τεράστιες. Γι’ αυτό αναρωτιέμαι, όταν πεθαίνει κάποιος που είχε ζήσει και μάθει τόσα πολλά, τι γίνονται όλα αυτά; Δεν ξέρω. Διαλύονται. Μένει ό,τι μείνει στις μνήμες των υπολοίπων, έτσι προχωράει ο κόσμος.


Από όσα έλεγε υπήρξε κάτι που σε σημάδεψε;

Βέβαια. Είχε πει κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ, με επηρέασε. Ο Περικλής είχε παντρευτεί μια Σουηδέζα δημοσιογράφο. Ενώ χωρίσανε, δεν χαλάσανε τις σχέσεις τους. Είχαν επικοινωνία κι εκείνος πήγαινε συχνά στη Στοκχόλμη, όπου είχε μια γκαρσονιέρα.

Μια φορά λοιπόν είχε πάει με τη Μαρία στη γκαρσονιέρα (σ.σ.: ήταν η τελευταία του σύντροφος επί είκοσι και πλέον χρόνια) και είχε μείνει μαζί τους και ο Χριστόφορος (ο γιος του) με τη φιλενάδα του. Τέσσερα άτομα σε μία γκαρσονιέρα. Οπότε η Μαρία, πολύ λογικό, έλεγε «αχ και να ’χαμε ένα δωμάτιο παραπάνω. Θα ήμασταν πιο άνετα». Και της λέει ο Περικλής: «Κοίταξε κάτι, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να έχουμε ένα δωμάτιο παραπάνω, είναι ανέφικτο. Γιατί και τα όνειρά σου να είναι μίζερα; Γιατί λες να είχαμε ένα δωμάτιο παραπάνω και δεν λες να είχαμε εκατόν πενήντα δωμάτια, μια βίλα;».

Παλιότερα έλεγα ότι ήθελα να είχα ένα δωματιάκι, ένα τίποτα, πάνω στη θάλασσα στην Αλεξάνδρεια που γεννήθηκα. Θυμάμαι ότι το σπίτι μας ήταν μπροστά στη θάλασσα πάνω στην παραλιακή λεωφόρο, κατεβαίναμε κάθε πρωί, περνούσαμε μια υπόγεια διάβαση κι ήμασταν στην πλαζ. Δηλαδή από τα παράθυρα φαίνονταν τα ανοιχτά της Μεσογείου.

Μετά που άκουσα αυτό από τον Περικλή, λέω τι δωματιάκι, έναν πύργο θα ήθελα μέσα στο νερό! Στο υπόγειο να είναι γυάλινα τα τζάμια και να βλέπω τα ψάρια. Και πάνω να έχει κήπο στην ταράτσα. Έτσι κι αλλιώς, ούτε το δωματιάκι γίνεται ούτε ο πύργος γίνεται, οπότε γιατί να μην είναι ο πύργος στα όνειρά μου και να είναι το δωματιάκι;


Την περίοδο που έζησε τα βασανιστήρια τη συζητούσε;

Θα έλεγα ότι ψιλοαπέφευγε αυτή την κουβέντα. Σε αντίθεση με άλλους. Και πόσους ακόμη που δυστυχώς το εξαργύρωσαν.

Θυμάμαι πριν χρόνια που είχαμε δει μαζί με ακόμα έναν φίλο το ντοκιμαντέρ «Φαρενάιτ 11/9» του Μάικλ Μουρ και μετά πήγαμε σε μία ταβέρνα να φάμε. Εκεί, ο Περικλής έβαλε τα κλάματα. Και λέω «γιατί, Περικλή μου;» Έκλαιγε για τη Ρέιτσελ Κόρι. Την κοπέλα που είχε πάει στο Ισραήλ και στάθηκε μπροστά στις μπουλντόζες που πήγαιναν να κατεδαφίσουν τα σπίτια των Παλαιστινίων και τελικά τη σκότωσαν. Ο Περικλής έκλαιγε με μαύρο δάκρυ γιατί, όπως έλεγε, «εγώ φταίω, εγώ έπρεπε να είμαι μπροστά. Εμείς μ’ αυτά που γράφουμε ξεσηκώσαμε αυτό το κορίτσι κι έφυγε από την Αμερική και έχασε τη ζωή της από αυτά που λέγαμε εμείς! Εμείς έπρεπε να είμαστε εκεί, όχι εκείνη».


Αισθανόσουν ποτέ ότι ήταν μόνος;

Κάποτε έλεγε δεν είμαι ποτέ μόνος μου εγώ. «Μόνος μου; Ποτέ δεν είμαι μόνος μου. Έχω τόσους γύρω μου. Κάθομαι εκεί στη βιβλιοθήκη, έχω τους δίσκους μου, τα βιβλία μου». Και πάντοτε το έλεγε αυτό. «Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή. Το μόνο που θέλω είναι να μην πεθάνω μαλάκας». Και τα κατάφερες, Περικλή μου, λέω, δεν πέθανες μαλάκας. Ούτε έζησες, ούτε πέθανες έτσι.


Στη διαφωνία του ο Περικλής πώς ήταν; Ήταν άνθρωπος που θα θύμωνε;

Όχι. Ποτέ, ποτέ. Με χιούμορ σε αντιμετώπιζε.


Νιώθεις ότι έπαιρνες σκέψεις από εκείνον που σε έκαναν να δεις την καθημερινότητα διαφορετικά;

Ναι, πολλές φορές. Εγώ το διαλαλούσα ότι ήμουνα ξαδέρφη του Περικλή. Ήμουνα πολύ περήφανη.

Το βιβλιαράκι «Παράπλευρες καθημερινές απώλειες» το έχω γεμίσει με σημειώσεις. Σε κάποιο σημείο έλεγε ποια είναι η πραγματική μας ζωή; Αυτή που βλέπουμε τη νύχτα ή αυτά που ζούμε; Κι εμένα αυτό μου θύμισε ένα βιβλίο γαλλικό που μου άρεσε. Τα «Γαλάζια άνθη» του Ρεϊμόν Κενό. Ο Κενό μού άρεσε πολύ γιατί έπαιζε με τις λέξεις. Το βιβλίο μιλούσε για κάποιον ο οποίος ζούσε τον 20ό αιώνα σε ένα ποταμόπλοιο στον Σηκουάνα και κάθε φορά που έπεφτε για ύπνο ήταν ένας ιππότης από την εποχή του Μεσαίωνα. Όποτε έπεφτε να κάνει μια σιέστα, έβλεπε αυτό. Και αναρωτιέται το βιβλίο, ποια είναι η πραγματικότητα; Το χάρισε στον Περικλή και μου είπε ότι του άρεσε πολύ. Να, λέω, που καμιά φορά συναντιούνται οι μεγάλες σκέψεις.


Τι σου λείπει από εκείνον;

Ήταν ο αγαπημένος μου ξάδερφος. Τον λάτρευα τον Περικλή. Μου λείπει πάρα πολύ. Μου λείπει γιατί τον ήθελα σαν οδηγό σκέψης. Δηλαδή μ’ αυτόν μπορούσα να ξέρω τι να πιστεύω. Ακόμη κι όταν διαφωνούσαμε παλιότερα, δεν είχα ποτέ πραγματική διαφωνία. Και αργότερα, όταν σκέφτηκα αυτά που είχαμε πει και στα οποία είχα διαφωνήσει, μετά συμφώνησα. Ακόμη, δηλαδή, είναι παρών. Και υπάρχει ένας διάλογος νοητός. Επίσης μου έδινε μια νότα αισιοδοξίας πάντοτε. Ότι θα ξεπεραστούν τα εμπόδια. Δηλαδή κάθε φορά, έλεγε, «οι μικρές παρέες είναι που κάνουνε τη διαφορά πάντοτε». Πήγαινε στην ταβέρνα, μιλούσε με ανθρώπους και κάθε φορά όλοι τον δέχονταν με πολλή αγάπη.


Μια κουβέντα ακόμα. Στην Αίγυπτο ξαναπήγες ποτέ από τότε που έφυγες;

Πήγα πολλά χρόνια μετά, το 2009. Και θυμάμαι ότι πήγαμε στο σπίτι του Καβάφη. Είναι ποιητής που μου αρέσει πολύ και ξέρω πολλά του ποιήματα απέξω. Όπως τα «Παράθυρα», όπου έγραφε: «Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ για να βρω τα παράθυρα. - Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία. - Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τα ’βρω. Και καλύτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει».

Όταν πήγα λοιπόν στην Αίγυπτο και μας κάνανε μια ξενάγηση στο σπίτι του Καβάφη, είδα και το είχαν πει ότι στο σπίτι τα παράθυρα ήταν πάντα μισόκλειστα. Δεν ήταν ποτέ ανοιχτά. Δεν τα είχε ανοίξει ποτέ. Δεν είχε ηλεκτρικό το σπίτι όταν ζούσε ο Καβάφης. Αλλά τα παράθυρα δεν τα είχε ανοίξει ποτέ. Μου έκανε εντύπωση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0