Κάπου την έχω ξαναδεί. Θα ήταν σ’ εκείνο το ινδικό εστιατόριο. Ή τη θυμάμαι από κει που νοίκιαζα παλιότερα DVD; Όχι, ρε συ, πρέπει να σέρβιρε σ’ εκείνο το μπαρ που μας έσυρε ο άλλος ξημερώματα. Όχι, όχι. Είναι εκείνη που κρατούσε το μωρό της αδελφής μου. Κάτι μου έλεγε ότι είχε σπουδάσει. Δημοσιογραφία στο Πάντειο.
Το επάγγελμά μας δεν φημίζεται για τη γρήγορη αποκατάστασή του. Και η Μαρία Σιδηροπούλου χρειάστηκε να βγάλει για αρκετό καιρό το μεροκάματό της κάνοντας δουλειές που δεν σχετίζονταν με όσα είχε σπουδάσει.
Σήμερα λέμε και πάλι ότι από κάπου την ξέρουμε. Είναι όμως από τους τίτλους των ντοκιμαντέρ της: «Girlhood», «Mommies», «Θεανώ ελαφρά ντυμένη». Τη φέρνουμε στο μυαλό μας για τη σκηνοθετική της ματιά που κάνει το ζήτημα ορατό και μ’ έναν τρόπο ταυτόχρονα την καθημερινότητα πιο υποφερτή.
Στο βίντεό της για το Πάσχα μέσα στην πανδημία εμφανίζονται εικόνες ανθρώπων που φωτίζει τη μοναξιά τους ένα κερί. Η κάμερα στρέφεται όμως και στις υπόλοιπες φλογίτσες των διαμερισμάτων. Το συναίσθημα αλλάζει. Όλοι στα ίδια μπαλκόνια μαζί.
Το σημαντικότερο χάρισμα της Μαρίας είναι ότι λέει τις ιστορίες μας διαφορετικά. Και μία από αυτές τη συνέθεσε επιτόπου στον χώρο που βρεθήκαμε.
Πάμε λίγο πίσω στον χρόνο; Είσαι μαθήτρια σε μια εποχή που ακόμη η κασετίνα είναι κασετίνα και έχει το μολύβι αντί για το κινητό μέσα, που ο κόσμος σηκώνεται το πρωί και μαθαίνει τα νέα από την εφημερίδα. Υπήρχε στο μυαλό σου τότε ότι θα έκανες μια δουλειά που θα περιστρεφόταν γύρω από το βίντεο;

Εγώ είμαι παιδί των ’90s, έτσι; Δηλαδή εμένα η μπέιμπι σίτερ μου ήταν η τηλεόραση. Τo Star Channel, το Alter και το Junior’s Tv ήταν οι καλύτερές μου φίλες. Ο Καμπαμαρού και τα Pokemon ήταν οι συνοδοιπόροι μου στο να καταλάβω την εφηβεία μου και γενικά το να είμαι μπροστά από μια οθόνη ήταν το πικ της μέρας μου. Θυμάμαι, ξυπνούσα 6 η ώρα το πρωί για να προλάβω να δω το τάδε επεισόδιο από τη «Sailor Moon».
Παράλληλα, αυτό που μου άρεσε πάρα πολύ ήταν τα οικογενειακά βίντεο. Ήμασταν πάντα όλοι με μια κάμερα στο χέρι και τραβούσαμε. Στις διακοπές, όταν θα κάναμε κάποιο χορευτικό στο σχολείο ή στα οικογενειακά τραπέζια.
Οπότε η εξοικείωσή μου με την εικόνα και την κάμερα και το πώς να τη χρησιμοποιώ είχε ξεκινήσει από τότε. Αλλά ήταν σε πολύ πρωτόλειο επίπεδο προφανώς, πρωτόγονο μην σου πω κιόλας. Ήταν όμως και ο τρόπος που με βοηθούσε να ξεφύγω. Ό,τι οικογενειακό πρόβλημα και να αντιμετώπιζα, πάντα η διέξοδός μου θα ήταν να βάλω Κυριακή μεσημέρι να δω μια ταινία. Από την πιο χαζή, «Beethoven», μέχρι Κιούμπρικ, που πρωτοείδα πολύ μικρή. Γιατί στο σχολείο ήταν όλα βαρετά, δεν περνούσα πάρα πολύ καλά. Κάπως σαν να είχα μια παράλληλη ζωή μέσα από τις ταινίες και τα anime όσο μεγάλωνα.
Εχοντας εμπειρία και από τα δύο είδη δημοσιογραφίας, ποια είναι η διαφορά στην προσπάθεια να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά που να έχει νόημα με εκείνη που χρειάζεται για να κάνεις το ίδιο με την εικόνα;

Καμία σχέση σίγουρα, και το καθένα έχει τη δική του ομορφιά. Στο δημοσιογραφικό κείμενο πρέπει να εξηγείς. Ακόμη και την εικόνα και το αλληγορικό τα εξηγείς. Με την εικόνα, αυτό που με ενθουσίαζε πάντα είναι ο συνειρμός. Το να δείχνεις κάτι κι από κάτω να προκύπτουν εκατό χιλιάδες αφηγήσεις, για τον καθένα και μία διαφορετική.
Τα βίντεο που έχεις φτιάξει είναι μεταξύ τους αρκετά διαφορετικά. Από το «Mommies», που ετοιμάσατε με την Ελβίρα Κρίθαρη, παραγωγής Ιδρύματος Ωνάση, για τη μητρότητα μέσα από τις ιστορίες μιας δότριας και μιας λήπτριας ωαρίων, μέχρι εκείνο που αφορά την πορεία μιας φιλίας από την παιδική ηλικία («Θεανώ, ελαφρά ντυμένη»). Τι μεσολαβεί ώστε να καταλήξεις να αφοσιωθείς σε μια ιδέα;

Εμένα με ενδιαφέρει πάρα πολύ η εμπειρία της θηλυκότητας. Επομένως, στα περισσότερα ντοκιμαντέρ η θηλυκή εμπειρία βρίσκεται στο επίκεντρο. Δηλαδή στο «Mommies», το κομμάτι τού πώς διαχειρίζεται αυτή την κατάσταση μία δότρια και μία λήπτρια ήταν κάτι το οποίο με έκανε αμέσως να θέλω να ασχοληθώ μ’ αυτό. Είχε να κάνει και με δικές μου ανησυχίες για το μέλλον. Οι περισσότερες γυναίκες είμαστε σε φάση «Να κάνω παιδιά ή να μην κάνω;», «Πώς θα τα κάνω;», «Δεν θέλω να τα κάνω τώρα, θέλω να τα κάνω μετά», «Μετά, όμως, πώς θα τα κάνω άμα θέλω και δεν έχω ωάρια;». Παράλληλα, πάντα με ενδιέφερε και ταξικά το πώς μια γυναίκα καταλήγει να δίνει τα ωάριά της περνώντας όλη αυτή τη δύσκολη διαδικασία για να μπορέσει απλώς να επιβιώσει. Το «Girlhood» πάλι με τη Βάνια Τέρνερ ήταν κάτι το οποίο ήθελα να το κάνω πάρα πολύ καιρό, γιατί ήταν η ανάγκη μου να δείξω πώς είναι να μεγαλώνεις ως κορίτσι. Το πώς είναι να περνάς από ένα καφενείο, να είσαι 12 χρόνων και να σε κοιτάνε ερωτικά οι ηλικιωμένοι άντρες. Θέλαμε να δείξουμε αυτή την εμπειρία και πώς τελικά ένα κορίτσι μέσα σε όλον αυτόν τον σεξισμό στον οποίο γεννιέται και μεγαλώνει καταφέρνει μέσα από τη φιλία να αντεπεξέλθει.
Στο μέλλον έχω στα σκαριά ακόμα δύο ντοκιμαντέρ για τη γυναικεία εμπειρία. Το ένα έχει να κάνει με μια γυναικοκτονία που έγινε το 1958 στην Κέρκυρα. Θέλω πάρα πολύ να αγγίξω το ζήτημα, χωρίς όμως αυτό το εντυπωσιοθηρικό της τηλεόρασης και την ανάγκη να αναδεικνύεται η βία. Αυτή την ιστορία θέλω να την πω χωρίς να χρειαστεί να περιγράψω το περιστατικό. Αισθάνομαι ότι είναι τόσο δυνατά κάποια πράγματα, που δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω. Θέλω να πω την ιστορία αυτή διαφορετικά.
Παρά τις διαφορές των ντοκιμαντέρ, εντοπίζω ένα νήμα που τις συνδέει. Το ενδιαφέρον σου να μεταφέρεις αυτούσια κομμάτια μιας καθημερινότητας. Η οποία ενδεχομένως για τους ίδιους τους ανθρώπους που τη ζουν να κυλά μονότονα ή αδιάφορα, όμως όταν τη βλέπεις, σου ζεσταίνει την καρδιά.

Νομίζω πως η δουλειά μας είναι να παρατηρούμε πράγματα που ο άλλος δεν θα παρατηρήσει και να του τα θυμίσουμε. Νομίζω πως προσπαθούμε κάπως να προκαλέσουμε στον άλλον συναισθήματα νοσταλγίας, να βγει συνειρμικά λίγο από την καθημερινότητά του. Για παράδειγμα, όταν πας σε ένα νοσοκομείο, θέλεις να φύγεις. Δεν την παλεύεις καθόλου, είναι μια άσχημη εμπειρία. Προφανώς, κατά την παρουσία σου εκεί, δεν θα είχες χρόνο να παρατηρήσεις πράγματα. Ε, άμα δεις ένα ντοκιμαντέρ το οποίο απομόνωσε κάποια πράγματα από το νοσοκομείο και έφτιαξε ένα αφήγημα μ’ αυτά και σου έδωσε κάτι παραπάνω, κάπως επαναπροσεγγίζεις την εμπειρία. Είναι σαν να κατακερματίζουμε την εμπειρία αυτή που έχεις και να της δίνουμε ένα νέο νόημα.
Εδώ που βρισκόμαστε, στο Πεδίο του Άρεως, ποιες εικόνες θα διάλεγες για να μας πεις μια ιστορία;
Τις κοπέλες που βλέπω και μιλάνε μεταξύ τους. Από τη μία και από την άλλη πλευρά έχει δύο δέντρα, σαν να υπάρχει γύρω τους ένα φυσικό κάδρο. Μιλάνε πολύ έντονα, πρέπει να είναι ερωτευμένες. Φαίνεται ότι δεν είναι φίλες. Μετά είναι το νερό. Που είναι ρευστό και συμβολίζει το ότι μπορείς να ερωτευτείς οποιονδήποτε και να είσαι με κάποιον ανεξαρτήτως φύλου. Κι ένα τρίτο είναι κάτι που θέλω να δείξει το παράδοξο του έρωτα. Όπως η ασυνήθιστη παρουσία των μπαλονιών που βλέπω πάνω στον θάμνο. Που μπορεί κι αυτά να συμβολίζουν τη γιορτή του έρωτα.
Η δουλειά είναι μόνο δουλειά ή την αισθάνεσαι και ως έναν τρόπο να επικοινωνήσεις την οπτική σου βάζοντας κι εσύ ένα λιθαράκι ώστε να δούμε τα πράγματα διαφορετικά;
Ενα κομμάτι είναι έτσι, ναι. Ότι θέλω απλώς να δουλέψω, να βγάλω κάποια χρήματα για να κάνω πράγματα που μ’ αρέσουν πολύ. Κι αυτό είναι υγιές, γιατί και μαθαίνεις να διεκδικείς περισσότερο, και να έχεις ταξική συνείδηση. Παράλληλα όμως χρειάζομαι να βλέπω και λίγο απόλαυση σε ό,τι κάνω, οπότε προσπαθώ και σε θέματα που δεν θα διάλεγα από μόνη μου να βρίσκω ένα νόημα.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα το ντοκιμαντέρ δεν υποστηρίζεται. Είναι πιο εύκολο να αποκτήσεις πια μια κάμερα, αλλά είναι δύσκολο να κάνεις μια καλή παραγωγή. Στην Ελλάδα υπάρχουν πηγές χρηματοδότησης μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Είναι προβληματικό ένας δημιουργός να έχει μόλις τρεις-τέσσερις εναλλακτικές για να κάνει τη δουλειά του.
Κάτι άλλο ενδιαφέρον είναι ότι έχεις επιλέξει εδώ και αρκετό καιρό να εργάζεσαι χωρίς να έχεις από πάνω σου κάποιον. Πρόσφατα μάλιστα δημιουργήσατε με τη συνάδελφό σου Ε. Κρίθαρη μια εταιρεία παραγωγής, τη Thunderbird Productions. Από τη μέχρι τώρα εμπειρία σου, τι διαπιστώνεις ότι χρειάζεται για να μπορέσει να τα καταφέρει κάποιος χωρίς εργοδοσία;
Με την Ελβίρα θέλαμε να κάνουμε κάτι δικό μας από παλιά. Δεν είναι όμως αυτό το «Δεν θέλω να έχω αφεντικό πάνω από το κεφάλι μου γιατί θέλω εγώ να είμαι αφεντικό». Αυτό που θέλω να κανονικοποιηθεί λίγο είναι ότι μπορούν να γίνουν οι δουλειές και με διαφορετικό τρόπο. Οι άνθρωποι μπορούν να συνεργάζονται, με τα καλά και τα κακά που έχει αυτό. Δεν σου λέω ότι όλα θα γίνονται αμέσως ή τέλεια από την αρχή. Αλλά να δίνουμε χώρο ο ένας στον άλλον, να υπάρχει μια κατανόηση, να υπάρχει ένα safe space, που τελικά είναι μια απάντηση σε όλο αυτό το τοξικό tough love που υπήρχε όλα αυτά τα χρόνια με αφεντικά που το παίζουν σκληροί και μιλάνε άσχημα «γιατί έτσι μαθαίνεις».
Μια κουβέντα ακόμα. Βρέθηκες πρόσφατα στο Αφγανιστάν. Στην επικοινωνία που είχες από κει, έλεγες συχνά ότι «Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι συμβαίνει εδώ». Μια Μαρία που θα τύγχανε να γεννηθεί εκεί τι θα είχε να αντιμετωπίσει;
Πήγα στο Αφγανιστάν γιατί με τη Thunderbird Productions κάνουμε μια ταινία για μια δημοσιογράφο η οποία πήγαινε εκεί πολλά χρόνια και έχει μαζέψει πολύ αρχειακό υλικό. Βρέθηκα σε ένα σπίτι με κορίτσια που κανονικά θα πήγαιναν Λύκειο. Αυτά τα κορίτσια δεν μπορούσαν όμως να πάνε σχολείο, γιατί οι Ταλιμπάν δεν τους το επιτρέπουν. Και το μόνο που κάνουν όλη μέρα είναι να κοιτάνε διάφορα βιντεάκια στο YouTube στο κινητό, να πίνουν τσάι και να προσέχουν τα παιδιά των μεγαλύτερων γυναικών. Αυτή ήταν η ζωή τους. Και παράλληλα πήγα σε μια πιο πλούσια γειτονιά, με μια κοπέλα της οποίας ο πατέρας ήταν πρώην διοικητικός υπάλληλος της κυβέρνησης και ο οποίος, επειδή είναι κατά των Ταλιμπάν, δεν μπορεί να βγει από το σπίτι του. Οπότε η ίδια ταΐζει εννέα μέλη της οικογένειάς της με μια δουλειά που έχει βρει στον ΟΗΕ, γιατί είναι οι μόνες δουλειές που μπορούν να κάνουν εκεί οι γυναίκες. Δηλαδή, είδα ουσιαστικά εμένα μικρή, χωρίς καμία ευκαιρία στη ζωή μου και κανένα μέλλον. Κι εμένα τώρα, να έχω ένα τόσο μεγάλο βάρος και να μην μπορώ να ζήσω τη ζωή μου.