Live τώρα    
23°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
20.8°C24.6°C
2 BF 56%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
21.0°C23.6°C
2 BF 50%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
21 °C
19.8°C21.0°C
3 BF 72%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
23 °C
21.9°C22.8°C
3 BF 49%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
21.9°C22.4°C
0 BF 43%
Αποστολή της «Α» στη Λάρισα / Αυτή η θλίψη θα κρατήσει για πάντα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αποστολή της «Α» στη Λάρισα / Αυτή η θλίψη θα κρατήσει για πάντα

1330551100.jpg

Ο Β. ανέβηκε στην αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη από τη Λάρισα. Απόθεσε πιθανότατα τα πράγματά του στις μπαγκαζιέρες του κυλικείου και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Όσοι ταξιδεύουν με το τρένο, και κυρίως όσοι συχνάζουν στο κυλικείο, γνωρίζουν ότι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό και στην πρώτη ανοιχτή τουαλέτα είναι σκανδαλωδώς μεγάλη - λένε πως αυτό συνέβαινε για να αποθαρρύνονται να τις χρησιμοποιούν ως καπνιστήριο οι θεριακλήδες του κυλικείου. Ο Β. διένυσε αυτή την απόσταση και χάρη σε αυτήν είναι σήμερα ζωντανός. Νοσηλεύεται στο Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας, εκτός κινδύνου, αλλά υποφέρει από τραυματικό σοκ. Μέσα στη μέρα και τη νύχτα πετάγεται ξαφνικά από τον ύπνο του και φωνάζει. Δεν είναι σαφές τι έχει καταλάβει και τι ξέρει. Ωστόσο, κανείς δεν του έχει πει έως τώρα ότι η κοπέλα του που τον συνόδευε στο ταξίδι έχει πεθάνει.

Η αμαξοστοιχία I/C 62, για την οποία ο χρόνος σταμάτησε κοντά στα Τέμπη στις 11 το βράδυ της Τετάρτης, έχει πολλές τέτοιες ιστορίες. Αυτή, καθώς αφορούσε παιδιά από τη Λάρισα, κυκλοφόρησε λίγο ανάμεσα στους δημοσιογράφους του τοπικού Τύπου. Κάποιες άλλες χάθηκαν αναμφίβολα κάτω από τα καμένα βαγόνια και τη λάσπη στην περιοχή του Ευαγγελισμού. Και ορισμένες είχαν την τύχη να ταξιδέψουν γρήγορα προς άλλες πόλεις, μαζί με επιζώντες επιβάτες του τρένου.

Οι συγγενείς των αγνοουμένων που στέκονταν μέχρι το βράδυ της Παρασκευής στον χώρο που διαμορφώθηκε γι’ αυτούς ήδη από τα μεσάνυχτα της Τετάρτης δεν έχουν φυσικά καμία διάθεση να ασχοληθούν με τέτοιου τύπου ιστορίες. Βιώνουν ένα ψυχολογικό βασανιστήριο, το οποίο ανάγεται από τη σταδιακή πτώση από το επίπεδο της προσμονής σε αυτό της απελπισίας μέσα σε ένα 24ωρο. Το βράδυ της Τετάρτης, το ίδιο και το πρωί της Πέμπτης, πολιορκούσαν τα ασθενοφόρα που κατέφθαναν στα Επείγοντα του νοσοκομείου, προσδοκώντας να βρουν κάποιον συγγενή μέσα. Κατά κανόνα, οι επιβάτες των ασθενοφόρων ήταν ηλικιωμένοι που είχαν υποστεί κάποιο επεισόδιο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τετάρτης ο διευθυντής των Επειγόντων του νοσοκομείου είχε κάνει μια δυσοίωνη πρόβλεψη, που, δυστυχώς, βγήκε αληθινή: «Από εδώ και πέρα, από το τρένο θα μας έρχονται μόνο νεκροί». Οι συγγενείς των ανθρώπων, που κάθονταν αγωνιούντες έξω από το Αμφιθέατρο του Γενικού Νοσοκομείου, ή μάλλον τα κορμιά τους, κατέφταναν στο νοσοκομείο μέσα σε ασθενοφόρα με σβηστή σειρήνα που δεν σταματούσαν έξω από τα Επείγοντα. Προχωρούσαν λίγο πιο πέρα, εκεί όπου ένας τεράστιος μαύρος μουσαμάς έχει τοποθετηθεί για να εμποδίζει την οπτική επαφή με το νεκροτομείο και τα ψυγεία του.

Το πρώτο 24ωρο οι συγγενείς των αγνοούμενων είναι διεκδικητικοί και ζωηροί. Ζητούν επίμονα πληροφορίες, αξιώνουν ταχύτητα, κάποιοι θέλουν να μπουν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσουν τους νεκρούς τους - ή να ανανεώσουν την ελπίδα τους. Μετά το μεσημέρι της Πέμπτης, η ζωηράδα αυτή υποχωρεί. Οι ψυχολόγοι που βρίσκονται εκεί από την πρώτη στιγμή έχουν διαχειριστεί μαζί τους τη συνείδηση ότι δεν υπάρχουν επιζώντες. Και ότι η δυνατότητα να δει κανείς τον νεκρό του είναι πιο περίπλοκη από όσο αρχικά ακούγεται. Το βράδυ της Πέμπτης, όταν πια η ταυτοποίηση αρχίζει, το απόκοσμο θέατρο του δράματος ζει μια κορύφωση της τραγωδίας. Η σιωπή που απλώνεται από τον μουσαμά του νεκροτομείου και, αφού περάσει από την τέντα των δημοσιογράφων, καταλήγει στους συγγενείς που στέκονται 200 μέτρα πιο πέρα, σπάει ενίοτε από το χτύπημα κάποιου κινητού τηλεφώνου, που ακολουθείται από έναν μακρύ λυγμό. Οι δημοσιογράφοι και οι υπόλοιποι συγγενείς στρέφονται τότε προς τον κύκνο που άδει για να υποκλέψουν κάποια πληροφορία. Συνήθως δεν πρόκειται περί αυτού. Κάποιος φίλος ή συγγενής έχει απλά ανακαλέσει το μέγεθος της τραγωδίας με κάποια συνομιλία.

Οι γονείς του Κ. έχουν απωλέσει την ελπίδα και ακόμα δεν έχουν τοποθετήσει κάτι στη θέση της. Αναρωτιούνται για το χρονοδιάγραμμα. Ακούγοντας τον αριθμό «52» στις ταυτοποιήσεις νεκρών, γνωρίζοντας ότι όλοι οι νεκροί είναι 57, θέλουν να μάθουν: «Γιατί δεν έχει ειδοποιηθεί κανένας μας εδώ; Από πού είναι αυτοί οι 52;». Η απάντηση δεν κρύβει κάποια ιδιαίτερη ανατροπή. Απλά η ενημέρωση των οικογενειών γίνεται με πολύ βραδύτερους ρυθμούς από την ταυτοποίηση. Ακούν την εξήγηση με συγκατάβαση. Σχολιάζουν ότι θα μπορούσαν να τους ενημερώνουν περισσότερο για το τι γίνεται. Όμως, το παράπονο αυτό είναι μάλλον μια ασυνείδητη προσπάθεια να σκεφτούν ότι η υπόθεση του γιου τους έχει εξελίξεις - η πραγματικότητα είναι τραγικά διαφορετική. Ο Κ. σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη, όπως πολλά από τα παιδιά που χάθηκαν, και ήταν από αυτούς που ήταν στο τρένο από την αρχή.

Eνα κυπριακό αυτοκίνητο με διπλωματικές πινακίδες έρχεται ως τιμητική συνοδεία μιας οικογένειας που έχει έρθει με αεροπλάνο από την Κύπρο για να παραλάβει τη σορό. Αυτός ο θάνατος έχει ανακοινωθεί νωρίς, αλλά η άδεια να δουν τον νεκρό συγγενή τους δεν έχει δοθεί ακόμα στους ταξιδιώτες.

Λίγο πέρα από το απόκοσμο σκηνικό του Γενικού Νοσοκομείου, μια ολόκληρη πόλη κουβαλά ασήκωτο το βάρος των ημερών. Μόνο δύο από τους νεκρούς προέρχονταν από τη Λάρισα, ωστόσο όλοι τους κατέληξαν σε αυτή. Το πένθος καταβάλλει κάθε συζήτηση στην πόλη, κάθε ζωντανή δράση. Ο αντιδήμαρχος της πόλης Δ. Δεληγιάννης εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο κινητοποιήθηκε ο δήμος για να βρεθούν ψυχολόγοι δίπλα στους οικείους από την πρώτη στιγμή. Το αποτέλεσμα της κινητοποίησης ήταν αρκετά εντυπωσιακό, αλλά κανείς δεν έχει διάθεση να υπερηφανευτεί γι’ αυτό ανάμεσα σε 57 νεκρούς. Η υπεύθυνη της Κοινωνικής Υπηρεσίας του δήμου που έχει συντονίσει αυτή τη διαδικασία αρνείται ευγενικά να μιλήσει. Δείχνει σαν να κουβαλά επάνω της όσο βάρος κατόρθωσε να πάρει από τους απελπισμένους ανθρώπους που περιμένουν πια ανέλπιδοι τους νεκρούς της. Οι συζητήσεις στην πόλη, μηχανικές και αμήχανες, καταλήγουν πάντα στον Ευαγγελισμό και στα όσα δεν έγιναν στον σιδηροδρομικό σταθμό. Καταλαβαίνεις εύκολα ότι είσαι σε μια πόλη υπερήφανη για την ιστορία των τρένων της. Μέχρι το βράδυ, που οι φανατικότεροι οπαδοί της ΑΕΛ θα προσθέσουν μια νότα οργής στη λύπη που καθηλώνει την πολύ μεγάλη διαδήλωση διαμαρτυρίας, η Λάρισα θυμίζει πολύ την τελευταία φράση στην τελευταία επιστολή που έστειλε ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ στον αδερφό του: «Αυτή η θλίψη θα κρατήσει για πάντα».

Μαρτυρίες

Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Χριστακάκη

Νίκος Μπαρλαγιάννης: Φώναζαν τα ονόματα των ανθρώπων τους μήπως είναι ζωντανοί στα βαγόνια

Πήρε άδεια και βρίσκεται από τις 11.45 της μοιραίας νύχτας μέχρι την ώρα που γράφεται η συνέντευξη στον τόπο της τραγωδίας. Τον εντοπίσαμε έξω από το βαγόνι 2, λίγο πριν αναχωρήσουν μαζί με τα άλλη μέλη της ομάδας για το Νοσοκομείο της Λάρισας.

«Ενημερώθηκα από τη Γ.Γ. Πολιτικής Προστασίας για το δυστύχημα λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Δεν ήξερα τι θα συναντήσω φεύγοντας από την Ελασσόνα. Όταν έφτασα, μαζί με άλλους 11 εθελοντές από τη Λάρισα και την Κατερίνη, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Φωτιά, καπνοί που έβγαιναν από τα δύο πρώτα βαγόνια και μια μυρωδιά από καμένα λάστιχα μας έπνιγαν τον λαιμό. Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα ήταν ένας τραυματίας και τρεις άλλοι νέοι άνθρωποι νεκροί, εκσφενδονισμένοι μέσα στα χωράφια, σε απόσταση 20 μέτρων από το τρένο. Πώς βρέθηκαν εκεί; Νεκροί και με τραύματα. Τα πρόσωπα των τραυματιών κατακόκκινα, με την απόγνωση αποτυπωμένη πάνω τους, να ουρλιάζουν, αναζητώντας τους δικούς τους ανθρώπους που ήταν στα βαγόνια. Οι επιβάτες ήταν σοκαρισμένοι, σε απόγνωση, άκουγες συνεχώς ουρλιαχτά με ονόματα. Φώναζαν τα ονόματα των δικών τους ανθρώπων που ταξίδευαν μαζί και τώρα δεν ξέρουν πού είναι. Φώναζαν τα ονόματά τους μήπως είναι ζωντανοί στα βαγόνια. Τα δικά τους τραύματα δεν τα υπολόγιζαν. Μια κοπέλα αναζητούσε το αγόρι της, μα δεν της αποκρίθηκε. Μια εθελόντρια κατέρρευσε μπροστά στις εικόνες αυτές. Δεν θυμάμαι πόσους βοηθήσαμε να μεταφερθούν στο Νοσοκομείο της Λάρισας την πρώτη νύχτα. Φτάσαμε στις 6 τα χαράματα στο νοσοκομείο. Συγγενείς από Αθήνα και Θεσσαλονίκη έφταναν αναζητώντας τους συγγενείς τους. Εικόνες δύσκολες, σκληρές, που δεν τις είχα ξαναζήσει σε φυσικές καταστροφές. Χωρίς ενημέρωση, περίμεναν την ταυτοποίηση. Λιποθυμίες, υστερίες, πανικός. Ένας πατέρας ήρθε από την Αθήνα και ευτυχώς βρήκε την κόρη του να νοσηλεύεται τραυματισμένη. Ένας άνδρας απ’ τη Θεσσαλονίκη αναζητούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Δεν ξέρω αν τους βρήκε.

Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήμουν εγώ, αλλά απέβαλα τους εφιάλτες γιατί πρέπει να είμαι ψύχραιμος στο έργο της διάσωσης. Σήμερα, Παρασκευή, εδώ, στον τόπο της τραγωδίας, δεν υπάρχουν συγγενείς. Μόνο τα συνεργεία διάσωσης γύρω από συντρίμμια, λαμαρίνες και καθίσματα από τα βαγόνια. Χθες μπήκαν στο δεύτερο βαγόνι που ήταν το μπαρ, όλα είναι μια μάζα από σίδερα. Έλιωσαν από τις υψηλές θερμοκρασίες. Στο τρίτο και στο τέταρτο βαγόνι μαζεύουμε ό,τι έχει απομείνει από τις υψηλές θερμοκρασίες: γυαλιά μυωπίας, απομεινάρια από βαλίτσες, ρούχα, τα προσωπικά αντικείμενα των επιβατών, τζάμια, αίμα. Προηγουμένως είχαν μαζευτεί ανθρώπινα μέλη».

Μόνο σιωπή. Τα απομεινάρια είναι η απόδειξη της χαμένης ζωής.

Ο Νίκος Μπαρλαγιάννης είναι σερβιτόρος από την Ελασσόνα, 29 ετών, εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού

Γιάννης Γούλας: Νέα παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν

«Η πρώτη κλήση που δεχτήκαμε μιλούσε για εκτροχιασμό. Οι επόμενες για σύγκρουση αμαξοστοιχιών. Στο πρώτο εικοσάλεπτο έφτασαν τα πρώτα 17 ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ από τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, την Καρδίτσα και τον Βόλο με τους γιατρούς και τους διασώστες. Αντικρίσαμε βαγόνια να φλέγονται. Πυκνοί καπνοί δεν επέτρεπαν την εύκολη προσέγγιση και μέσα από τα χωράφια. Βλέποντας το μέγεθος της μαζικής τραγωδίας, έφτασαν την επόμενη ώρα 40 ασθενοφόρα από Λαμία, Κοζάνη, Θεσσαλονίκη. Μέχρι τις 4 τα χαράματα μεταφέραμε 40 τραυματίες στο Νοσοκομείο της Λάρισας, ενώ 16 ακόμη επιβάτες, ελαφρά τραυματίες, στη Θεσσαλονίκη με λεωφορεία του ΟΣΕ. Δυστυχώς από την επόμενη μέρα μεταφέραμε απανθρακωμένες σορούς και ανθρώπινα μέλη, που μέσα σε ειδικούς σάκους τους περισυνέλεξαν μέσα από τα συντρίμμια οι πυροσβέστες. Εγώ βρέθηκα στον τόπο της τραγωδίας την επόμενη μέρα. Εικόνες καταστροφής που δεν αποτυπώνονται με λέξεις, ούτε με τις μεμονωμένες εικόνες της τηλεόρασης. Η πραγματικότητα, ζοφερή. Πόνος, μυρωδιά αποπνικτική, καπνιά, δύσβατος τόπος να τον προσεγγίσεις μέσα στα χωράφια. Δεν ξέραμε πόσα βαγόνια φλέγονται. Η φωτιά ήταν τόσο μεγάλη, που δεν μπορούσες να πλησιάσεις τα πρώτα βαγόνια. Έντρομοι οι επιβάτες, έτρεχαν αλαφιασμένοι με αίματα και τραύματα στο πρόσωπο. Πεταμένα, τραυματισμένα νέα παιδιά μέσα στα χωράφια. Τραυματίες βγαίνανε από τα πίσω βαγόνια. Απέραντος πόνος και θλίψη. Όλοι νέοι άνθρωποι από 19-25 ετών, τσακισμένοι, τραυματισμένοι, να εκλιπαρούν για βοήθεια. Τώρα πια ο θρήνος είναι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου οι συγγενείς κάθε φορά που έρχεται ασθενοφόρο πλησιάζουν τρέχοντας για να δουν (!) αν τα ανθρώπινα μέλη ή το απανθρακωμένο σώμα είναι του δικού τους ανθρώπου που αγνοείται. Αυτό είναι το πιο τραγικό, μακάβριο. Άψυχα κορμιά. Νέα παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν».

Ο Γιάννης Γούλας είναι διασώστης, πρόεδρος εργαζομένων ΕΚΑΒ Θεσσαλίας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL