Οσο παγωμένες κι αν είναι οι πολυκατοικίες, η θαλπωρή της κουβέρτας είναι πάντα προτιμότερη από την έξοδο στον δρόμο. Σε αρκετές ωστόσο δουλειές η επιλογή δεν υφίσταται. Τα ρολά πρέπει ν’ ανέβουν από νωρίς. Το ψωμί να ζυμωθεί και να μπει στον φούρνο νωρίτερα. Οι διανομές να παραδοθούν όσο ακόμη φέγγουν τα φανάρια περισσότερο απ’ το φως της αυγής.

Γενικώς επικρατεί ησυχία. Κι οτιδήποτε διαχωρίζεται από αυτή δηλώνει την παρουσία του εμφατικά. Όπως τα ροδάκια από τη βαλίτσα ενός ταξιδιώτη. Ακόμη κι ο ήχος από το κοντάρι της σφουγγαρίστρας που πέφτει κάτω, και θα ήταν ανεπαίσθητος σε συνθήκες μποτιλιαρίσματος, αποκτά τη δική του υπόσταση. Αντιθέτως, ο διακόπτης που φωτίζει το μπάνιο για το πρώτο πλύσιμο του προσώπου και δίνει το κίτρινο χρώμα σε ένα απ’ τα ορθογώνια κουτιά των κτηρίων δεν διαταράσσει την αίσθηση.

Στη Μουριά των Εξαρχείων, παραδοσιακό καφέ της περιοχής, που εδρεύει στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου από το 1915, ακούγονται τα συρσίματα από τις καρέκλες πάνω στο μωσαϊκό. Ο Χρήστος έχει ανάψει το πρώτο τσιγάρο και τις τακτοποιεί γύρω στις 7. Εκεί θα κάτσει από στιγμή σε στιγμή ο πρώτος πελάτης. Και θα ακουστεί η πρώτη παραγγελιά για ελληνικό καφέ. Στις ψάθινες καρέκλες κάθονται άνθρωποι με εφημερίδα. Ένας από τους θαμώνες μαθαίνει τα «ερυθρόλευκα» νέα από το οπαδικό, αλλά μετρημένο σε ύφος Φως των Σπορ.

Ενόσω μιλάμε, στο απέναντι κρεοπωλείο ακούγεται ο ήχος από τα ρολά που τυλίγονται καθώς ανεβαίνουν. Πίσω τους είναι η συνήθης γυάλινη πρόσοψη και μια συρόμενη πόρτα που ξεκινά να εκτελεί τα πρώτα της δρομολόγια. Λιγάκι νυσταλέα, αν κρίνεις ότι πρέπει σχεδόν να την ακουμπήσεις για να κινηθεί. «Ξεκλειδώνω κι ανεβάζω τα ρολά από το 1996» μου λέει ο Γιάννης, ο άνθρωπος που έχει το μαγαζί. Γκριζομάλλης, με νεανικό όμως πρόσωπο, παραδέχεται ότι τα πρώτα χρόνια αντιμετώπιζε το πρωινό ξύπνημα χωρίς πολύ προβληματισμό. Μπορεί να το έπαινε και «σερί». Τώρα όμως εκείνο που του ’χει λείψει περισσότερο είναι μια μέρα χωρίς το ρολόι πάνω απ’ το προσκέφαλό του.
Ξυπνάει 5 το ξημέρωμα εδώ και 67 χρόνια
Λίγα μέτρα παρακάτω ένα φορτηγό είναι σταματημένο με αλάρμ στην άκρη. Ο οδηγός του βρίσκεται στο πίσω μέρος και στοιβάζει βιαστικά, αλλά με ακρίβεια, τα καλάθια με τα αρτοσκευάσματα. Περισσότερα του ενός τα καθήκοντα. Ζητάω την άδεια για μια φωτογραφία. Αντιδρά γενναιόδωρα με μια χιουμοριστική πόζα και συνεχίζει να βάζει το ένα καλάθι πάνω στο άλλο.
Το ρολόι δείχνει πλέον 7.30. Ο Τσάντρε, με ψιλικατζίδικο στη Χαριλάου Τρικούπη, ανάμεσα στις οδούς Αραχώβης και Δερβενίων, τοποθετεί τα περιοδικά έξω από το μαγαζί. Δεν αργεί η στιγμή που φτάνουν τα δέματα με τις εφημερίδες. Η πρώτη του πελάτισσα είναι μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, η οποία ζητάει εκείνες που παίρνει πάντα. «Κίτρινου» περιεχομένου. Ο άλλος επισκέπτης του μαγαζιού αφήνει ένα γυάλινο μπουκάλι για να πάρει πίσω 10-20 λεπτά. Και η ζωή συνεχίζεται με ψώνια που αφορούν μερικές ακόμη εφημερίδες, τσιγάρα, σοκολάτες, κάποια λάμπα μπαγιονέτ για να πάρει τη θέση εκείνης που κάηκε τη χειρότερη δυνατή στιγμή - αν και κάθε άλλη ώρα που θα κοβόταν το συρμάτινο νήμα του αναλώσιμου βίου της θα θεωρούταν ακατάλληλη.

Λίγο πριν βγούμε στ’ ανοιχτά του κέντρου, συναντάμε επί της Ζωοδόχου Πηγής τον κύριο Φώτη και συνάμα εικόνες από το κέντρο της Αθήνας που φτάνουν έως και 67 χρόνια πίσω. Όπως λέει, τις ημέρες που έγινε η κατάληψη η Νομική επί Χούντας είχε κρύψει για τρεις ημέρες στο φωτοτυπείο του, που βρισκόταν τότε στον αριθμό 81 της Σόλωνος, φοιτητές που διώκονταν. «Είχα δει μια κοπέλα πολύ σοβαρά χτυπημένη» περιγράφει βάζοντας το χέρι στο μέτωπό του, σαν να έβλεπε πάλι το τραύμα. «Σ’ εμένα πέρασαν δίπλα απ’ το κεφάλι οι σφαίρες επί της Μαυρομιχάλη. Ρίχνανε για εκφοβισμό». Σε λίγες μέρες, στις 26 Φεβρουαρίου, κλείνει τα 89. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα ’χει περάσει ξυπνώντας στις 5 το πρωί.

Απ’ την οικοδομή στα ψάρια και στον πάγο
Στον δρόμο απέξω γεμίζει το φαράσι της η καθαρίστρια του δήμου. «Όσο και να μαζεύω εγώ, η Αθήνα δεν θα ’ναι ποτέ καθαρή αν δεν πάρουνε κόσμο» λέει. Βγαίνει έξω με το φωσφοριζέ γιλέκο της εδώ και 21 χρόνια. «Όλα θέμα συνήθειας είναι» εξηγεί. Μέσα στη δυσκολία καταφέρνει και εντοπίζει μια θετική πλευρά. «Αυτές τις ώρες δεν κυκλοφορούν αμάξια και η δουλειά γίνεται πιο καλά».
Πολλά χρόνια στο κουρμπέτι βρίσκεται και ο Κώστας στη Βαρβάκειο Αγορά. Φόρεσε τη λευκή ποδιά ενώ ακόμη τον κάλυπτε ολόκληρο, στα 12, και σήμερα έχει φτάσει 52. Τον επισκεφθήκαμε ανήμερα της Τσικνοπέμπτης. Σε ώρα πάλι λίγο πριν τις 8, που θα γινόταν άλλα χρόνια το αδιαχώρητο. «Δεν θα μας αφήνανε να μιλήσουμε, θα μας πατούσαν». Τον ρωτάω πώς μπορεί να βρίσκεται κάθε πρωί δίπλα στο αίμα και στη σάρκα. «Παύει να σου κάνει αίσθηση» απαντά και συμφωνεί ο συνεργάτης του που ξεφορτώνει από το φορτηγό.

Κάποτε ξυπνούσε για να πάει στην οικοδομή, σήμερα για να βρεθεί στην ψαραγορά. Ο Ιωακείμ βουτάει τα χέρια του στον πάγο τα τελευταία δώδεκα χρόνια και απλώνει μπροστά στον κόσμο όσα μαζεύουν κάθε φορά τα δίχτυα. «Ειδικά τον χειμώνα, ξεπαγιάζω» λέει. Κι εκείνος όμως, και ο Αλί, που έχει έρθει από πιο μακριά ακόμη στην Ελλάδα, έχουν συμφιλιωθεί με την καθημερινότητα του παγωμένου τους πάγκου. Ζεσταίνονται άλλωστε από το καλαμπούρι που κάνουν μεταξύ τους και τις κουβέντες που ανταλλάσσουν με τον κόσμο.


Οι άνθρωποι αυτών των ωρών γνωρίζονται λίγο-πολύ μεταξύ τους. Σε ένα γειτονικό καφέ μας λένε ότι ανοίγουν απ’ το χάραμα γιατί έρχονται οι εργάτες που μαστορεύουν κοντά τους σε μία απ’ τις πολυάριθμες ανακαινίσεις. Η «καλημέρα» φτάνει ν’ ακούγεται με οικείο τρόπο από ένα σημείο κι έπειτα. Και κάπως έτσι, στην πόλη των εκατομμυρίων που κοιμούνται άγνωστοι, όταν η μέρα ξεκινά, συναντάς κάποιον που σε ξέρει με το «μικρό» σου.

