Όταν μου είπε πια ο γιατρός ότι θα τον βγάλουν και θα κάνει την υπόλοιπη θεραπεία στο σπίτι, αναστήθηκα!» Μιλώντας στην ΑΥΓΗ, η Γιώτα θυμάται την ανακούφιση που ένιωσε όταν έμαθε ότι ο άντρας της θα βγει απ’ το νοσοκομείο οκτώ μέρες μετά την είσοδό του στο Σισμανόγλειο ως ασθενής με κορωνοϊό. Μπορεί να μην ακούγονται πολλές μπροστά στις περιπέτειες μηνών που γνωρίζουμε, όμως καθεμία από αυτές αποδείχτηκε μαρτυρική για τον Νίκο Ραλλιά, παραπληγικό 74 ετών με σοβαρή αδυναμία κίνησης και στα χέρια.
«Θα πιστέψετε ότι έτρωγα μόνο μία φρυγανιά γιατί δεν είχα όρεξη λόγω της ταλαιπωρίας; Ότι ξάπλωνα απ’ τη μία πλευρά και περίμενα πότε θα τους έρθει η διάθεση να έρθουν να ρίξουν ένα βλέφαρο να με γυρίσουν; Δεν μπορούσα να κουνηθώ, είχα τους ορούς. Μου σπάσανε δεκαοκτώ φλέβες και ψάχνανε στο τέλος να βρούνε φλέβα στα δάχτυλα. Εγώ τα χέρια μου τα χρειαζόμουν να κάνω τουλάχιστον τις υποτυπώδεις κινήσεις δεξιά κι αριστερά. Να μην υπάρχει άνθρωπος να μου σηκώσει λίγο την πλάτη σ’ αυτό το κρεβάτι, το υποτυπώδες, το νοσοκομειακό. Μετά μου βάζανε babylino, ‘καν’ τα’, λέει, ‘επάνω σου και θα ’ρθούμε να σε καθαρίσουμε’. Τώρα τι σοι καθάρισμα έκαναν... Αφού σκέφτομαι και λέω αν θα κολλήσω κάτι, δεν ξαναπάω νοσοκομείο, προτιμώ να πεθάνω στο κρεβάτι μου, παρά να έχω αυτή την ταλαιπωρία πάλι» μας λέει ο ίδιος σε σχέση με την επώδυνη εμπειρία του.
Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά αν στην πολιτική που εφάρμοζε η κυβέρνηση για τον κορωνοϊό είχε σκεφτεί συνολικά την κοινωνία. Όπως τονίζει ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Παραπληγικών Θανάσης Βίγλας, οι σημερινές νοσοκομειακές μονάδες ήταν από πριν ακατάλληλες για την εξυπηρέτησή τους. Συνεχίζουν ακόμη να λείπουν τα κατάλληλα διαμορφωμένα δωμάτια, να αγνοείται ακόμη κι ένα κρεβάτι μεμονωμένα που θα πληροί στοιχειώδεις προϋποθέσεις, «με επακόλουθο το αφρολέξ που έχουν για στρώμα να προκαλεί κατακλίσεις στους ανθρώπους μας».
Σ’ αυτή τη συνθήκη προστέθηκε με την πανδημία ο αποκλεισμός του συνοδού των αναπήρων, ο οποίος εντάχθηκε στον γενικότερο αποκλεισμό που ισχύει για τα τρίτα πρόσωπα στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας που ισχύουν γενικά για τον ιό, σαν να μην υπάρχουν 1,5 εκατομμύριο ανάπηροι στη χώρα (15% είναι όσοι βρίσκονται στο σύνολο του αναπηρικού φάσματος). «Ο συνοδός για έναν τετραπληγικό αποτελεί γι’ αυτόν τα χέρια και τα πόδια του» υπογραμμίζει ο Θ. Βίγλας.
Στην περίπτωση του Ν. Ραλλιά, το βασικό του στήριγμα είναι η γυναίκα του Γιώτα. «Είμαστε είκοσι πέντε χρόνια μαζί. Δεν έχουμε χωρίσει ούτε μισό λεπτό. Είναι η πρώτη φορά που αισθάνθηκα τόσο άσχημα, τόσο ανήμπορη» αναφέρει η ίδια. Απ’ το τηλέφωνο, όταν τον έπαιρνε, βίωνε όλη του την αγωνία. «Η ψυχολογία του χάλια, να με παίρνει και να κλαίει. Να μου λέει ‘φοβάμαι, είναι διασωληνωμένοι δίπλα, Γιώτα, διασωληνώνουν μπροστά μου αυτή τη στιγμή!’. Δεν ήταν σε ΜΕΘ, τους έβαζαν όμως όλους μαζί».
Στο φαγητό υπήρχαν επίσης μεγάλες δυσκολίες. «Ο άντρας μου έχει πρόβλημα με τα δόντια του και δεν μπορεί να μασήσει γρήγορα. Του λέγανε όμως ‘γρήγορα-γρήγορα’ γιατί κι αυτοί είχανε πολλούς να εξυπηρετήσουν, κι έλεγε ο άντρας μου ‘άσε θα φάω μόνος μου’, δεν μπορούσε να φάει κι έμενε νηστικός. ‘Θα με πνίξεις, δεν μπορώ να μασήσω’ τους έλεγε. Του άφηναν το φαΐ, έμενε νηστικός, το πετάγανε».
Τουλάχιστον, τους προσέφερε η συγκυρία ένα δώρο. Στις 6 Δεκεμβρίου, ανήμερα της γιορτής του, ο Νίκος κατάφερε να επιστρέψει και πάλι σπίτι. Αποθεραπεύτηκε πλήρως με οξυγόνο που νοίκιασαν.

Νοσούν και οι ανάπηροι με Covid
«Ακούγαμε ότι μπαίνει άνθρωπος μέσα και κρυβόμασταν». Η αγωνία των αναπήρων όλο αυτό το διάστημα είναι μεγαλύτερη για την κατάσταση που θα αντιμετωπίσουν στα νοσοκομεία, παρά για όσα θα περάσουν νοσώντας από τον ιό που σκοτώνει σε όλο τον πλανήτη.
«Ένιωθα φοβερή αγωνία μην και αρρωστήσω. Είμαι πενήντα χρόνια ανάπηρος από πολιομυελίτιδα και πολύ σκληρός χαρακτήρας. Αυτό που έζησα είναι απίστευτο. Ξέρετε γιατί; Δεν φοβόμουν τον κορωνοϊό όσο την έλλειψη του ανθρώπου μου, γιατί χωρίς τους συγκεκριμένους ανθρώπους μας δεν λειτουργούμε. Οι δικοί μας άνθρωποι σηκώνονται τρεις και τέσσερις φορές το βράδυ για να μας γυρίσουν στο πλάι» λέει ο Θανάσης Βίγλας.
Για τον Γιώργο Χρηστάκη, γενικό γραμματέα στον Πανελλήνιο Σύλλογο Παραπληγικών, η κυβέρνηση αρνήθηκε να δει μια απόλυτα αυτονόητη πραγματικότητα. Ότι «όπως όλοι οι άνθρωποι νόσησαν και μπορούσαν να νοσήσουν, έτσι κι οι ανάπηροι μπορούσαν να νοσήσουν. Να νοσήσουν σοβαρά και να πάνε να νοσηλευτούν σε κάποιο νοσοκομείο». Τα μέτρα όμως «για την αντιμετώπιση της πανδημίας, τα υγειονομικά ή οποιαδήποτε άλλα, δεν συμπεριέλαβαν τους ανάπηρους καθόλου, ούτε στο κομμάτι της τυχούσας νοσηλείας τους ούτε στο κομμάτι της οικονομικής τους ενίσχυσης και των καθημερινών τους αναγκών».
«Ας ξεκινήσουμε από μια πολύ βασική αρχή: πολύ δύσκολα θα βρούμε νοσοκομεία της χώρας τα οποία να είναι πλήρως προσβάσιμα και νοσοκομεία τα οποία περιλαμβάνουν υποδομές ειδικά για τετραπληγικούς και παραπληγικούς. Αυτό από μόνο του αναδεικνύει ένα τεράστιο πρόβλημα που υπάρχει από πριν στον κόσμο της νοσηλείας των αναπήρων» σημειώνει ο Γ. Χρηστάκης.
Απαξ και κατορθώσουν ωστόσο να περάσουν την πόρτα του νοσοκομείου οι ανάπηροι, ποια θα μπορούσε να είναι η λύση για τη φροντίδα τους; «Να υπήρχε μια εξαίρεση όσον αφορά τους ανθρώπους που είναι έτσι κι αλλιώς απαραίτητοι για τους ανάπηρους» λέει ο Γ. Χρηστάκης και εξηγεί: «Ο βοηθός είναι απαραίτητος στο σπίτι, που σημαίνει ότι είναι απαραίτητος παντού, είτε είσαι στο νοσοκομείο είτε οπουδήποτε αλλού. Δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τον νοσηλευτή. Δεν έχει καμία σχέση ένας νοσηλευτής οποιουδήποτε άλλου ασθενούς με τον βοηθό του αναπήρου, που εξυπηρετεί την κάθε του ανάγκη τη στιγμή που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Είναι εκπαιδευμένος δηλαδή, γνωρίζει τις ανάγκες τού συγκεκριμένου αναπήρου και μπορεί να τις ικανοποιήσει».
«Τον σκέπαζα και με πέταξαν έξω»
Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς τους λόγους που δεν θέλουν να ξαναδούν νοσοκομείο μπροστά τους ο Νίκος και η Γιώτα. Στον χώρο που περίμεναν πριν νοσηλευτεί ο Νίκος αντιμετώπισαν, όπως λένε, πολύ άσχημη συμπεριφορά. «Ήμουν δίπλα του μέχρι να τον πάρουν, εκεί επιτρεπόταν, είχα περάσει κι εγώ Covid και με αφήσανε. Τα παράθυρα ήταν όλα ανοιχτά και κρύωνε. Μας είχαν δώσει ένα νάιλον σαν αυτά τα υποσέντονα τα πλαστικά που βάζουν και τον σκέπαζα γιατί έτρεμε. Κι ήρθε κάποια εργαζόμενη εκεί, μου λέει ‘έξω’ και μ’ έσπρωχνε.
Εν τω μεταξύ είχαμε φύγει απ’ το σπίτι άρον-άρον και δεν πήρα μαζί μου διαλείποντες καθετήρες, γιατί ο άντρας μου κατουράει κάθε τρεις-τέσσερις ώρες. Παρακάλεσα, εφόσον θα τον κρατούσαν, να του βάλουν έναν μόνιμο. Τίποτα. Τον είχαν να κατουριέται για οκτώ ώρες».
Με φωνή που «σπάει», η Γιώτα εκμυστηρεύεται ότι εκείνη στιγμή πήγε το μυαλό της στη χειρότερη εξέλιξη. «Λέω ‘αποκλείεται, αυτό τον άνθρωπο δεν πρόκειται να τον ξαναδώ’. Μέχρι τώρα που σου μιλώ δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Το μόνο που του είπα πριν μπει μέσα ήταν ‘μόνος σου θα προστατέψεις τον εαυτό σου, εγώ δεν θα ’μαι κοντά σου’».