Τη δεκαετία του 1990 κάποιος απογοητευμένος από τους αγώνες ελευθέρας πάλης περιφερόταν στα καρτοτηλέφωνα της τέως διοικήσεως πρωτευούσης και έγραφε το σύνθημα «κατς=απάτη». Ο άνθρωπος φαίνεται πως είχε μεγάλο καημό με την απατεωνιά, αλλά σκεφτόμουν ότι μια βόλτα στην επαρχία θα του απέδιδε περισσότερο αποδεικτικό υλικό. Παραδείγματος χάρη σε έναν «αγώνα» στη δεκαετία του 1980 στη Θήβα, όταν ο ένας των παλαιστών βάρους 300 οκάδων (για να μην τρομάξετε, τις χρησιμοποιώ αντί κιλών...) ανέρχονταν στο ρινγκ υποβασταζόμενος και σπρωχνόμενος από τους συνοδούς του για να αντιμετωπίσει τον αντίπαλο, καταχειροκροτούνταν από το συγκεντρωμένο πλήθος. Τώρα, εκ των υστέρων, που σκέφτομαι ξανά το επεισόδιο, αισθάνομαι ότι έχασα μια πολύ σημαντική φωτογραφία της ζωής μου - κοντά στις άλλες που έχω χάσει...
Θυμάμαι στη μεγάλη πλατεία στη γειτονιά μου ένα βαρέλι μεγάλων διαστάσεων και μέσα σ’ αυτό κάποιους αθλητές να κάνουν τον «γύρο του θανάτου», δηλαδή να περιφέρονται με τις μοτοσυκλέτες και να φτάνουν μέχρι το στόμιο του βαρελιού... Τότε άνθιζαν τα αυτοσχέδια θεάματα, πολύ επικίνδυνα οπωσδήποτε, που είχαν να κάνουν με την επίδειξη αφοβιάς ή με την επίδειξη ισχύος. Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκε ο Τρομάρας. Μάλιστα, αν θέλουμε να τον εντάξουμε σε ένα συγκεκριμένο ρεύμα (όπως είναι ο ντανταϊσμός, ο κυβισμός και άλλα ανάλογα στη ζωγραφική...), θα έπρεπε να πούμε ότι ανήκε στην προαθλητική φάση της ιστορίας, όπου η απόδειξη της δύναμης ήταν άμεση, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση άλλων καταστάσεων. Ο αθλητής έδειχνε την ισχύ του χωρίς να ρίχνει τη σφαίρα ή να πετάει ακόντιο, αλλά με απευθείας κατορθώματα. Έτσι και ο Γιώργος Τρομάρας ήταν μεν παλαιστής όπως ο Τζιμηλόντος, ο Κουταλιανός, ο Σαμψών, όμως ήταν ο άνθρωπος που λύγιζε σίδερα όσο κανένας, που έσπαγε αλυσίδες με πρωτοφανείς επιδόσεις, που ακινητοποιούσε αυτοκίνητα. Οι «βιογράφοι» του λένε ότι το 1990 στην Αραβία τράβηξε με τα δόντια του μια νταλίκα 35 τόνων - θέλοντας να διαφημίσει όχι την κατάσταση της οδοντοστοιχίας του, αλλά ένα παλαιστικό αγώνα.
Οι τύποι σαν τον Τρομάρα σε λαϊκές συνοικίες είχαν κάτι το ελκυστικό, προσέδιδαν σ’ αυτές χάρη και ιδιαιτερότητα, ήταν σαν παράσταση Καραγκιόζη. Μπορεί να λέμε ότι οι καιροί ου μενετοί, αλλά αυτοί θα μας λείψουν.