Στις 7 το πρωί της Παρασκευής ο οικισμός των Ποντίων στον Άγιο Στέφανο είναι ήδη στο πόδι. Ο κόσμος πηγαινοέρχεται στο σπίτι του για να πάρει κάποια πράγματα που θα βοηθήσουν να βγάλει τις επόμενες ημέρες. Να κλείσει καλύτερα κανένα παράθυρο. Ίσως και να το αποχαιρετήσει.
Είχε προηγηθεί το πέρασμα της φωτιάς από την Εθνική το ξημέρωμα που πέρασε. Το πλάτος του δρόμου δεν αποδείχτηκε αρκετό για να ανακόψει την πορεία της από τη Δροσοπηγή και το Κρυονέρι. Ενώ το μήνυμα που τράνταξε το κινητό τους στις 4 το ξημέρωμα δεν άφηνε περιθώρια για δεύτερη σκέψη. Είχε έρθει και η δική τους σειρά.
"Δεν σκέφτεσαι εκείνη την ώρα τη ζωή που πέρασες, αλλά τη ζωή που έχεις τώρα. Είχαν δίκιο, έπρεπε να φύγουμε" μου λέει μια κυρία μπροστά απ' την πόρτα του σπιτιού της κρατώντας στην αγκαλιά το σκυλάκι της. Ήταν από τους ανθρώπους που επέστρεψαν μόλις το μέτωπο υποχώρησε λιγάκι, ώστε να εφοδιαστεί καλύτερα.

Ένας άντρας, λίγο πιο μακριά, ξαποσταίνει στη μηχανή του στηρίζοντας τον αγκώνα του στο τιμόνι της. "Αυτή και τα τσιγάρα μού έμειναν" λέει βγάζοντας ένα κίτρινο πακέτο από την τσέπη του τζιν του. "Όλα τα Κιούρκα κάηκαν. Το σπίτι μας χάθηκε. Εγώ και οι δικοί μου μείναμε τελευταίοι πίσω γιατί περιμέναμε να φτάσει το ΕΚΑΒ να πάρει δύο ηλικιωμένους".
Για την καταστροφή θα εξηγήσει ότι η πυροσβεστική επιχείρησε να προστατεύσει την εκκλησία της περιοχής και αργότερα ήταν αδύνατον να προσεγγίσει τις πανύψηλες φλόγες στα σπίτια. Μια άλλη κυρία με τη μητέρα της λέει ότι ήταν η πρώτη φορά που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους στα 30 χρόνια που ζουν στην Ελλάδα. Στα πίσω καθίσματα του αυτοκίνητου στο οποίο επιβαίνουν έχουν μαξιλάρια, πετσέτες και σκεπάσματα. "Θα κοιμηθούμε στο σπίτι της γυναίκας όπου δουλεύω".

Μαύρο αποτύπωμα
Στον δρόμο για το Καπανδρίτι, παράλληλα με την πορεία της φωτιάς προς τις Αφίδνες, το αποτύπωμα της καταστροφής είναι εμφανές. Στο μαύρο χώμα που πατάς, στα καρβουνιασμένα αμπέλια, στην άσφαλτο που ζεματάει και τη νιώθεις να αγγίζει το χέρι που κρεμάς έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Το ίδιο εμφανή είναι και τα σημάδια της ξαφνικής αποχώρησης, ιδίως στους πάγκους των οπωροκηπευτικών. Γεμάτοι από ντομάτες και αγγούρια στα καφάσια τους και στοίβες από καρπούζια δεν έχουν άνθρωπο ούτε να τα ζυγίσει, ούτε να τα φυλάει, όταν δεν τα χαρίζει.
Στα σύνορα Αφιδνών και Καπανδριτίου η μάχη για τη ζωή δίνεται μέχρι την τελευταία στιγμή. Η φωτιά έχει φουντώσει. Ακούγονται εκρήξεις από αμάξια που καίγονται και φιάλες. Μυρίζει αποπνικτικά από τα καμένα χρώματα γειτονικής μονάδας, αλλά τρεις άνθρωποι παλεύουν με κλαδιά ελιάς και φωνές να κατευθύνουν τα ζώα τους μακριά από το μαντρί.
Η φωτιά βρίσκεται ακριβώς από πάνω, καίγοντας πεύκα με φλόγες 60-70 μέτρων. Κάθε τόσο, όμως, που έρχονται να επιχειρήσουν τα ελικόπτερα από πάνω, εκείνα τρομάζουν και τρυπώνουν πίσω στη φωλιά που θεωρούν ασφαλή. Μάθαμε μετά ότι γλίτωσαν.
Την ίδια ώρα που βλέπαμε μπροστά μας σπίτια να καίγονται από την πρώτη μέχρι την τελευταία δοκό. Σπίτια στις Αφίδνες. Σπίτια που οι πυροσβέστες προσπάθησαν να διασώσουν κόντρα σε κάθε αίσθηση κούρασης, πηδώντας από κλειδωμένες εξώπορτες. Πάνω όμως που έσβηνε μια εστία, ξεπηδούσε μια άλλη. Από τον ασύρματο ακουγόταν κάθε φορά μια νέα περιοχή: "Λίμνη Μαραθώνα, Καλέτζι, Πευκόφυτο...".
