Live τώρα    
13°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αραιές νεφώσεις
13 °C
10.9°C14.5°C
2 BF 92%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αραιές νεφώσεις
12 °C
10.2°C12.8°C
4 BF 85%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
13 °C
12.7°C14.8°C
4 BF 75%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
15 °C
14.3°C16.1°C
3 BF 87%
ΛΑΡΙΣΑ
Αυξημένες νεφώσεις
9 °C
8.9°C9.5°C
2 BF 100%
Δημόσια Υγεία / Αθεράπευτα κερδοσκόποι με κυβερνητικές πλάτες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημόσια Υγεία / Αθεράπευτα κερδοσκόποι με κυβερνητικές πλάτες

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο γραφείο του
(ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ)

«Τώρα είναι που θα ανατριχιάσετε»: τον Δεκέμβριο του 2019, λίγους μήνες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Ν.Δ., με την πανδημία να μοιάζει (ακόμα) με σενάριο χολιγουντιανής δυστοπίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απευθυνόμενος προς τα έδρανα της αντιπολίτευσης, είχε προειδοποιήσει με αυτή τη φράση που καταγράφηκε στη δημοσιογραφική «πιάτσα» ως το high light της βραδιάς (εν προκειμένω της συζήτησης για τον προϋπολογισμό του 2020).

Το «ανατριχιαστικό» συνίστατο στην πρωθυπουργική εξαγγελία για ένα «πιλοτικό» πρόγραμμα Συμπράξεων Δημόσιου - Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) σε τρία νοσοκομεία του ΕΣΥ. Κι αν το πρόγραμμα μπήκε προσωρινά στον «πάγο» εξαιτίας της Covid-19, το σχέδιο για τον νέο προτεινόμενο οργανισμό του νοσοκομείου «Αττικόν» (avgi.gr, 29.6.21) δρομολογεί την αλλαγή της φυσιογνωμίας του νοσοκομείου και ανοίγει τον δρόμο για επιτάχυνση των ΣΔΙΤ, βασικού άξονα του μοντέλου Μητσοτάκη για το «νέο ΕΣΥ».

Η ιδιωτικοποίηση της κρίσης του αιώνα

Άλλωστε, έχει ξεκαθαρίσει ο πρωθυπουργός (1.6.21), «το Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν είναι υποχρεωτικά κρατικό σύστημα Υγείας. Πρέπει να βρει νέους τρόπους, νέες δυνατότητες συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να μπορεί να προσφέρει την καλύτερη δυνατή περίθαλψη στο καλύτερο δυνατό κόστος». Γι’ αυτό ήδη δρομολογείται (το επαναλαμβάνει διαρκώς ο Κυρ. Μητσοτάκης) η συγχώνευση διασυνδεόμενων νοσοκομείων της περιφέρειας (ΑΥΓΗ, 8.7.21), που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μειωθούν τα «περιττά» κόστη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Πεδίον δόξης λοιπόν λαμπρό για την περίφημη «ιδιωτική πρωτοβουλία», κατά το σχετικό κλισέ των πολιτικών οπαδών της. Αλλά πού ήταν αυτή η ιδιωτική πρωτοβουλία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και βγήκε τώρα, σαν τα σαλιγκάρια μετά την καταιγίδα; Πού άραγε «ιδιώτευσε», την ώρα που τα νοσοκομεία κατέρρεαν από το χτύπημα της πανδημίας και η λοιπή νοσηρότητα -όλες δηλαδή οι ανάγκες των ασθενών πλην Covid- σχεδόν εξοβελίστηκε από το ΕΣΥ λόγω κορωνοϊού; Τι πρόσφερε στη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση των τελευταίων εκατό χρόνων; Και πόσο τελικά κόστισε και κοστίζει στους πολίτες ο ιδιωτικός τομέας απορροφώντας παράλληλα δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά το ανοχύρωτο ΕΣΥ;

Το «τρίγωνο» της αρπαχτής

Πρώτος «πυλώνας», οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες είχαν κεντρική θέση στο πρόσφατο συνέδριο «για την Υγεία και την ασφάλιση» (AΥΓΗ, 6.6.21). Διατείνονται ότι «τήρησαν στο ακέραιο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους ασφαλισμένους τους καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας». Ωστόσο, με την επιλογή της κυβέρνησης να απαλλάξει τις ιδιωτικές κλινικές σχεδόν πλήρως από τη νοσηλεία ασθενών Covid, κανένας ασφαλισμένος των εν λόγω εταιρειών δεν μπορούσε να νοσηλευτεί στα ιδιωτικά νοσοκομεία. Παρότι πολλά συμβόλαια προβλέπουν κάλυψη σε περιπτώσεις πανδημίας.

Ουσιαστικά, οι ασφαλιστικές εταιρείες απαλλάχθηκαν από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, δηλαδή τα έξοδα νοσηλείας των ασφαλισμένων τους, στην πιο κρίσιμη για την υγεία των τελευταίων συγκυρία. Τα έξοδα νοσηλείας επιβάρυναν το Δημόσιο και όλα τα ασφάλιστρα που πλήρωναν επί πολλά χρόνια οι πελάτες των εταιρειών δεν είχαν κανένα αντίκρισμα, πέρα από ένα μικρό «bonus» νοσηλείας για μη χρήση των υπηρεσιών τους.

Δεύτερον, τα μεγάλα ιδιωτικά κέντρα και οι κλινικές: παρέμειναν στη συντριπτική τους πλειονότητα «Covid free» μέχρι και σήμερα, δρέποντας τα κέρδη από τη μεταφορά σε αυτά όλων των μη-Covid ασθενών και εισπράττοντας, χάρη στην ΚΥΑ του περασμένου Μαρτίου, διπλή αποζημίωση για κάθε ασθενή που νοσηλεύτηκε σε κλίνη την οποία παραχώρησαν οι ιδιώτες στο Δημόσιο λόγω πανδημίας. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες υγειονομικών, την ώρα που τα δημόσια νοσοκομεία ζούσαν εφημερίες του τρόμου στο «τρίτο κύμα», τα ιδιωτικά «διάλεγαν» ασθενείς, εξαιρώντας μεγάλες κατηγορίες βαρέως πασχόντων ή ευάλωτων πληθυσμών (μετανάστες και πρόσφυγες, ανασφάλιστους, ψυχικά πάσχοντες, τοξικοεξαρτημένους).

Δίπλα στα ιδιωτικά «μαγαζιά», τα δημόσια νοσοκομεία αναγκάστηκαν να μετατρέψουν μεγάλο κομμάτι των κλινικών τους σε Covid, χωρίς να στελεχωθούν με το απαραίτητο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ρίχνοντας επικίνδυνα τα standards της φροντίδας.

Μόνη τους «ενίσχυση», οι λιγοστές προσλήψεις άπειρου επικουρικού προσωπικού και κάποιες -ελάχιστες- συμβάσεις ιδιωτών γιατρών χωρίς νοσοκομειακή εμπειρία.

Τρίτον, τα ιδιωτικά εργαστήρια, που, πολλές φορές αισχροκερδώντας, εισπράττουν καθημερινά τεράστια ποσά για τα τεστ του κορωνοϊού από την τσέπη των πολιτών διότι το υπουργείο Υγείας αρνείται τη συνταγογράφηση και την αποζημίωση των τεστ από τον ΕΟΠΥΥ.

Για παράδειγμα, εκτός από το υποχρεωτικό τεστ για να ταξιδέψει κάποιος με πλοίο ή αεροπλάνο, απαιτείται και αρνητικό PCR test 24ώρου προκειμένου κάποιος πολίτης να βρεθεί με τους ανθρώπους του ως συνοδός σε νοσηλεία μέσα σε νοσοκομείο. Το κόστος αυτών των τεστ επιβαρύνει αποκλειστικά τον συνοδό. Για μια μέση νοσηλεία π.χ. τεσσάρων ημερών, ένας συνοδός ασθενούς -πέρα από την ταλαιπωρία- θα πρέπει να καταβάλει συνολικά ένα ποσό ύψους 240 ευρώ (περί τα 60 ευρώ ημερησίως). Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 1/3 των καθημερινών PCR τεστ που διεξάγεται στα ιδιωτικά εργαστήρια (10.000 ημερησίως) επιβαρύνει τους πολίτες. Άρα, καθημερινά τα εργαστήρια εισπράττουν κατά μέσο όρο πάνω από 600.000 ευρώ από τους πολίτες!

Είναι, πράγματι, «ανατριχιαστικό», πώς κάποιοι που έκαναν την κρίση ευκαιρία, ακονίζουν τα μαχαίρια τους για την «επόμενη μέρα» στο ΕΣΥ...

«30 χρόνια τους πληρώνω και μ’ έσωσε το Δημόσιο»

Ασφαλισμένοι σε ιδιωτικές εταιρείες μιλούν στην ΑΥΓΗ για την αντιμετώπιση που είχαν ως ασθενείς του κορωνοϊού

Στις αρχές του περασμένου Μαρτίου ο κατασκευαστής παραθύρων από αλουμίνιο Γ.Χ. άρχισε να αισθάνεται μετά το τέλος της δουλειάς του την κόπωση για την οποία άκουγε κάθε βράδυ στις ειδήσεις. Προσπάθησε ωστόσο ν’ απομακρύνει τις αρνητικές σκέψεις, πιστεύοντας ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τον επηρέαζε περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε και θεωρώντας ότι ώς ένα σημείο ήταν λογικό να αισθάνεται παραπάνω κουρασμένος. Άλλωστε, η χειρωνακτική φύση της εργασίας και ο όγκος παραγγελιών που έχει καθημερινά να φέρει εις πέρας τον βαραίνουν όλο και περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Λίγες ώρες μετά, η ανησυχία θα πατούσε, δυστυχώς, σε πιο στέρεα βάση. Την κούραση θα συνόδευαν πλέον ο έντονος βήχας και ο επίμονος υψηλός πυρετός. Ακόμη και τότε του ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι θα γινόταν μέρος της ημερήσιας στατιστικής για τα περιστατικά Covid, στο άκουσμα όμως των νέων ότι ένας υπάλληλός του είχε κολλήσει επιβεβαιωμένα την ασθένεια, δεν μπορούσε να ελπίζει πλέον σε κάτι, ούτε καν στην ασφαλιστική του.

Του έμοιαζε απίστευτο ότι, στην πιο δύσκολη περιπέτεια που περνούσε για την υγεία του, τα λεφτά που έδινε επί χρόνια στην Εθνική Ασφαλιστική στην ουσία δεν θα είχαν κανένα απολύτως αντίκρισμα. Αντίθετα, θα έβλεπε και πάλι τους γιατρούς του Δημοσίου, στην προκειμένη του "Γεννηματά", να βγαίνουν μπροστά στην άγνωστη μάχη και να βγάζουν μ’ αυταπάρνηση το φίδι απ’ την τρύπα. Για 25 ολόκληρες μέρες παρέμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι της κλινικής, με την αγωνία ότι κινδύνευε ανά πάσα ώρα να διασωληνωθεί και με μοναδικούς του συμμάχους όχι εκείνους που πλήρωνε αδρά, αλλά αυτούς που η αξία τους, 16 μήνες μετά το πρώτο κρούσμα, δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη. Τους ανθρώπους με τις λευκές στολές.

«Πληρώνουν 80 αντί για 800 ευρώ»

Από την αρχή της πανδημίας μέχρι σήμερα, ακόμη και τις περιόδους που η κατάσταση χτύπησε κόκκινο, η κυβερνητική οδηγία προβλέπει σταθερά ότι σχεδόν όλα τα περιστατικά Covid θα εξυπηρετούνται στις δημόσιες κλινικές. Το μόνο που προσφέρουν οι εταιρείες είναι το «bonus» για τις υπηρεσίες που τελικά δεν θα... προσφέρουν.

Όπως εξηγεί στην ΑΥΓΗ εργαζόμενη σε εταιρεία ιδιωτικής ασφάλισης, στην πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να γλιτώσουν πάρα πολλά χρήματα, καταβάλλοντας ποσά που σε αρκετές περιπτώσεις είναι υποδεκαπλάσια (!) του κόστους που θα έπρεπε να πληρώσουν για την κάλυψη της νοσηλείας. «Σκεφτείτε ότι στα συμβόλαια προβλέπεται για κάθε ημέρα νοσηλείας ένα ποσό της τάξεως των 80-100-120 ευρώ. Την ίδια ώρα, το τρίκλινο σ’ ένα ιδιωτικό νοσοκομείο κοστίζει περί τα 220 ευρώ, μόνο το δωμάτιο. Και δεν σας μιλάω για δίκλινο ή μονόκλινο που θα δικαιούνται άνθρωποι με αντίστοιχα συμβόλαια. Συνολικά το μέσο κόστος σ’ ένα ιδιωτικό νοσοκομείο για μια αντίστοιχη περίσταση, όπως είναι της πνευμονίας, είναι περίπου 800 ευρώ τη μέρα».

Μ’ έναν υπολογισμό στηριζόμενο στις μέσες τιμές που ορίζονται απ’ όλες τις εταιρείες, το κόστος που θα πλήρωνε μια ασφαλιστική, εφόσον εξυπηρετούνταν κανονικά στις ιδιωτικές κλινικές περιστατικά Covid, θα έφτανε για 25 ημέρες νοσηλείας στα 2.500 ευρώ, ενώ κανονικά θα έπρεπε να καταβληθεί ένα ποσό της τάξεως των 20.000 ευρώ τουλάχιστον. Αν ληφθεί υπόψιν το σύνολο των ασφαλιστήριων στην Ελλάδα και των ανθρώπων που έχουν ασθενήσει με κορωνοϊό κι έχουν χρειαστεί νοσοκομειακή περίθαλψη, τα ποσά που εκτιμάται ότι γλιτώνουν οι εταιρείες, ενώ συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα χρήματα από τους πελάτες τους, φτάνουν σε ύψη χωρίς πρόσφατο προηγούμενο.

«Στις ιδιωτικές δεν είχαν κρεβάτι για μένα»

Αντίστοιχη περίπτωση υπήρξε και με ασφαλισμένη της εταιρείας Groupama. Πελάτισσα με ακριβό ασφαλιστήριο και πρώτη θέση νοσηλείας, η οποία νοσηλεύτηκε κι εκείνη στο νοσοκομείο “Γεννηματά”. Κατά την παραμονή της εκεί της δόθηκε η ευκαιρία όχι μόνο να διαπιστώσει την καιροσκοπική προσέγγιση των εταιρειών, αλλά και τη σημασία να υπάρχει ένα ισχυρό ΕΣΥ. «Οι άλλοι μου είπαν ότι δεν υπήρχε κρεβάτι για μένα. Όπως και για τον καθένα. Στο ‘Γεννηματά’ υπήρχε».

Τη θετική εμπειρία από τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο "Ελπίς" μοιράζεται μέσω της ΑΥΓΗΣ ο 52χρονος Τ. Κ. «Νοσηλεύτηκα για 25 ημέρες. Κάθε μέρα είχα αγωνία μήπως με διασωληνώσουν. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι η εντατική ήταν γεμάτη. Υπήρχαν άνθρωποι δίπλα που περίμεναν για ώρες ατελείωτες. Το προσωπικό όμως έδωσε τα πάντα κι αυτός είναι ο βασικότερος λόγος που στάθηκα στα πόδια μου σήμερα και σας μιλάω». Όπως λέει, πληρώνει ιδιωτική ασφάλιση εδώ και 30 χρόνια. Και την κρίσιμη στιγμή «μου ήταν αδύνατο να την αξιοποιήσω». «Η σκέψη ότι μπορεί να ξανασυμβεί κάτι σε μένα ή κάποιον δικό μου μ’ έκανε να σκέφτομαι ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει».

«Στην Ευρώπη μπήκαν όλα τα νοσοκομεία στη μάχη», σημειώνει η εργαζόμενη στην ασφαλιστική εταιρεία και διερωτάται «γιατί, από τη στιγμή που υπάρχει ιδιωτικό συμβόλαιο, να μην είναι υποχρεωμένες οι κλινικές να έχουν πτέρυγες Covid; Γιατί να χρεώνεται μόνο ο ΕΟΠΥΥ, από τη στιγμή που ο άλλος πληρώνει και το ταμείο του και την ιδιωτική ασφάλιση;». Κι από τη σκοπιά του πελάτη όμως να το δεις, «γιατί να πληρώνει κάτι τις παραπάνω που αφορά την καλύτερα ποιότητα περίθαλψης, κυρίως σε σχέση με τη διαμονή του εκεί, γιατί ξενοδοχειακή περίθαλψη πουλάνε οι ιδιωτικές μονάδες, και να του τη στερούν;».

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

«Το κόστος στο Δημόσιο, οι πελάτες στα ιδιωτικά»

Απαξιωμένες στα μάτια των πολιτών οι ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά βγήκαν κάτι παραπάνω από αλώβητες απ’ τις υγειονομικές και οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, στέλνοντας τον λογαριασμό στους φορολογούμενους

Σύμφωνα με την πρόσφατη μέτρηση της εταιρείας διεθνών δεδομένων και ανάλυσης Global Data (2.7.21), σχεδόν ένας στους δύο ανθρώπους βλέπει πλέον καχύποπτα και με αρνητικό μάτι την ιδιωτική ασφάλιση εξαιτίας της στάσης που κράτησε μέσα στην πανδημία.

Ειδικότερα προκύπτει από την έρευνα ότι κατά 41% η φήμη ασφαλιστών και εταιρειών έχει χειροτερεύσει, ενώ μόνο κατά 31% συμπεραίνεται ότι έχει βελτιωθεί. Ερμηνεύοντας αυτή την τάση ο Ben Carey-Evans, ασφαλιστικός αναλυτής της Global Data, σχολιάζει ότι «ο βασικότερος λόγος που επηρέασε αρνητικά τη φήμη του κλάδου πιθανόν να είναι οι δικαστικές διαμάχες σχετικά με τις αποζημιώσεις διακοπής εργασιών, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, κορυφαίοι ασφαλιστές παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο γιατί αρνήθηκαν να καταβάλουν αποζημιώσεις. Υποστήριξαν ότι η πανδημία δεν καλύπτεται στα περισσότερα συμβόλαια, χωρίς όμως να καταφέρουν να κερδίσουν στις δίκες. Η διαμάχη ωστόσο και η καθυστέρηση στην καταβολή των αποζημιώσεων προκάλεσαν ζημιά στη φήμη τους».

Οι ασφαλιστικές ως επιχειρήσεις

«Οι ασφαλιστικές ως οργανισμοί είναι κερδοσκοπικές εταιρείες, συνεπώς δεν συζητιέται το αν θα αρνηθούν μια δυνατότητα που τους προσφέρεται να κερδίσουν επιπλέον ή ν’ αποφύγουν ζημιές», υπογραμμίζει στην ΑΥΓΗ ο Γιάννης Στασινόπουλος, τελευταίος εκλεγμένος γ.γ. του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ασφαλιστικών Συμβούλων. Το ερώτημα για εκείνον είναι, ωστόσο, γιατί οι ασφαλιστικές δεν προσέγγισαν τουλάχιστον τη συγκυρία με ωφελιμιστικούς όρους.

«Για μια ασφαλιστική εταιρεία, είναι στον ρόλο της να βοηθάει ανθρώπους, άρα είναι και καλό για την ίδια να δείχνει αυτό το πρόσωπο και σ’ άλλες ενέργειες και πράξεις. Γιατί, ενώ θα μπορούσαν, για πρώτη φορά στα χρονικά, ν’ αξιοποιήσουν τον κορωνοϊό ως ευκαιρία για να δείξουν σημαντικό έργο και σημαντική συμμετοχή, δεν το έκαναν;».

Όπως εκτιμά, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια λάθος στρατηγική. «Δηλαδή, μέσα στην αγωνία για ένα αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον που μπορεί να προκύψει από μια τέτοια συνθήκη, αντέδρασαν σπασμωδικά. Γιατί μην ξεχνάμε ότι όλες οι επιχειρήσεις δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή, άρα είναι εύκολο, αύριο μπορούν ν’ ακυρώσουν σε πρώτους χρόνους τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους, όπως κι οι ιδιώτες».

Ο φορέας τους, η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας (ΕΑΕΕ), στον αντίποδα, ισχυρίζεται ότι «η ασφαλιστική αγορά ήταν και συνεχίζει να είναι παρούσα». Ειδικότερα, μετά από επικοινωνία που είχε η ΑΥΓΗ, μας απαντήθηκε σε σχετικό ερώτημα ότι «σε επίπεδο κοινωνικής ευθύνης τόσο κεντρικά, η ΕΑΕΕ ως ο θεσμικός φορέας εκπροσώπησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όσο και μεμονωμένα, πολλές ασφαλιστικές εταιρείες, στήριξαν το Εθνικό Σύστημα Υγείας με δωρεές και άλλες κινήσεις, συμβάλλοντας, σε πολλές περιπτώσεις, στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων, άμεσων αναγκών του ΕΣΥ».

Το ποσό αυτό δεν φαίνεται να ξεπέρασε κατά πολύ τα 150.000 ευρώ, τονίζει ο Γ. Στασινόπουλος. Και μπορεί ν’ αφορούσε, όπως αναφέρει στη σελίδα της ΕΑΕΕ, «την αγορά σύγχρονου ιατρο-τεχνολογικού εξοπλισμού, όπως monitors παρακολούθησης των ασθενών, αντλίες έγχυσης για τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και αναπνευστήρες», ωστόσο μοιάζει πολύ λίγο σε σύγκριση «με το σύνολο των χρημάτων που τζιράρει η ασφαλιστική αγορά, ύψους 3,5 δισ., και του αποθεματικού που διαθέτει, το οποίο αγγίζει τα 15 δισ.».

Η ΕΑΕΕ τονίζει μέσω των απαντήσεών της στην ΑΥΓΗ  ότι κινείται εντός των ορίων που ορίζει το ελληνικό κράτος, το οποίο προβλέπει τη νοσηλεία των ασφαλισμένων σε ιδιωτικές εταιρείες σε κλίνες των δημόσιων νοσοκομείων. Ακόμη κι έτσι ωστόσο, αναφέρει, «οι ασφαλιστικές εταιρίες στέκονται αρωγοί, τηρώντας όχι απλώς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους, αλλά και προχωρώντας, με δική τους πρωτοβουλία, σε καλύψεις και αποζημιώσεις και πέρα από τους όρους και τις εξαιρέσεις των συμβολαίων τους». Ωστόσο, οι αποζημιώσεις, όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείο του ρεπορτάζ, καλύπτουν κόστος το οποίο συχνά είναι υποδεκαπλάσιο αυτού που θα κάλυπταν εφόσον οι ασθενείς νοσηλεύονταν βάσει των συμβολαίων τους κανονικά στα ιδιωτικά νοσοκομεία.

«Πλουτίζουν οι κλινικές, γλιτώνουν ζημιές οι ασφαλιστικές»

Όπως τονίζει ο Γ. Στασινόπουλος, είναι αλήθεια ότι η γενική αρχή που επικράτησε στις χώρες «ήταν ότι την Covid θα την χειριστεί το δημόσιο σύστημα Υγείας». Σε σχέση όμως με άλλα κράτη, στην Ελλάδα το δημόσιο σύστημα Υγείας αντί να ενισχυθεί επιβαρύνθηκε. Σε αντίθεση με τη Σουηδία, όπου «δεν υπάρχει καν ιδιωτική ασφάλιση για την Υγεία, γιατί η δημόσια είναι επαρκέστατη», στην Ελλάδα αυτό που συμβαίνει είναι να φορτώνεται το Δημόσιο όλο το κόστος: α) μέσα από τη μεταφορά ασθενών με κορωνοϊό που έχουν ιδιωτικά ασφαλιστήρια στα δημόσια νοσοκομεία και β) με τη μεταφορά ασθενών με άλλα νοσήματα στα ιδιωτικά νοσοκομεία, στο πλαίσιο της αποφόρτισης του ΕΣΥ. Το αποτέλεσμα είναι «τα ιδιωτικά νοσοκομεία να αποκτήσουν μια πελατεία που δεν την είχαν προηγουμένως και μάλιστα με διπλάσια αποζημίωση για τον κάθε ασθενή κι οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες να αποσύρουν την πελατεία που θα έστελναν στα ιδιωτικά και να τη μεταβιβάζουν στα δημόσια χωρίς κόστος. Μόνο το Δημόσιο έχει πάρει κόστος, όχι όμως για ν’ αναπτύξει το δημόσιο σύστημα Υγείας, αλλά για να πληρώσει τα ιδιωτικά».

Αν ήταν στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, η διαχείριση θα ήταν διαφορετική, τονίζει απ’ τη μεριά του το τμήμα Χρηματοπιστωτικού Τομέα, αναφέροντας ότι «οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες θα είχαν κληθεί με νόμο έκτακτης ανάγκης να πληρώνουν τα νοσήλια για Covid-19 σε τιμές ιδιωτικών κλινικών στα δημόσια νοσοκομεία και όχι να πλουτίζουν από μείωση ζημιών στον κλάδο Υγείας εν μέσω πανδημίας».

Face control σε ασθενείς, με τιγκαρισμένα τα δημόσια νοσοκομεία

Οι κλινικάρχες, αφού έμειναν σχεδόν 100% Covid free όλο αυτό το διάστημα, δέχτηκαν ασθενείς κατ’ επιλογήν, με εξασφαλισμένο διπλάσιο κέρδος

Στις 24 Μαρτίου ο «Ερυθρός Σταυρός», ένα νοσοκομείο κορμού που δεχόταν όλα τα περιστατικά τραύματος, νευρολογικά περιστατικά, θρομβόλυση και εγκεφαλικά επεισόδια, καρδιολογικά περιστατικά με δυνατότητα αγγειοπλαστικής, μετατράπηκε αιφνιδιαστικά σε νοσοκομείο αποκλειστικά για Covid. Υποδεχόταν περιστατικά κορωνοϊού 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα, μέχρι να κοπάσει το τρίτο κύμα της πανδημίας - ενώ λειτουργεί και ως εμβολιαστικό κέντρο. Σε κάθε εφημερία γέμιζε και νοσήλευε 230 με 280 ασθενείς ημερησίως, έχοντας μόλις 12 ειδικευμένους παθολόγους και κανένα πνευμονολόγο. Σε κάθε εφημερία, για πάνω από 230 ανθρώπους, οι περισσότεροι βαριά περιστατικά, υπήρχαν μόλις 1 ή 2 επιμελητές παθολόγοι και 5 ή 6 γιατροί άλλων ειδικοτήτων.

«Υπονομεύεται η υγεία και η ασφάλεια των ασθενών, αλλά και η εργασιακή αξιοπρέπεια γιατρών και νοσηλευτών, που δουλεύουν συνεχόμενες ώρες χωρίς ρεπό και ανάπαυση, με ανάκληση αδειών, επί τόσους μήνες», δήλωνε στην ΑΥΓΗ (29.4.21) μία από τις εξουθενωμένες γιατρούς του «Ερυθρού».

Από το προαύλιο του νοσοκομείου διακρίνεται το «Ερρίκος Ντυνάν». Παρά τις προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ήδη από τις αρχές του έτους, να μετατραπεί σε νοσοκομείο αναφοράς για τη νοσηλεία περιστατικών Covid, παραμένει μέχρι και σήμερα Covid free. Ήταν το μοναδικό ιδιωτικό θεραπευτήριο που συμμετείχε -εθελοντικά, όπως το ίδιο διαφημίζει- στις εφημερίες του ΕΣΥ υποδεχόμενο μόνο μη Covid περιστατικά προκειμένου να αποφορτίσει κάπως τα τιγκαρισμένα δημόσια νοσοκομεία. Με το αζημίωτο φυσικά, καθώς, για κάθε ασθενή που νοσήλευσε, το «Ντυνάν» αποζημιώθηκε με συντελεστή 2,09 επί των Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων (η προβλεπόμενη αποζημίωση) που αντιστοιχεί στο κάθε περιστατικό. Η πανδημία είχε και τους «τυχερούς» της.

Η «πόρτα» στα ιδιωτικά

«Το ‘Ντυνάν’ ήθελε όσους ασθενείς δεχόταν να είναι ασφαλισμένοι, πίεζε να μην του πηγαίνουμε περιστατικά που παίρναμε από τον δρόμο, ανασφάλιστους, άστεγους, τοξικοεξαρτημένους και τέτοιου είδους περιστατικά» αναφέρουν στην ΑΥΓΗ εργαζόμενοι στο ΕΚΑΒ (τα στοιχεία τους είναι στη διάθεση της εφημερίδας), παραπέμποντας σε πολλές ακόμα καταγγελίες υγειονομικών για επιλογή ασθενών από τους κλινικάρχες.

«Για περιστατικά που πριν από την πανδημία κατευθύνονταν κανονικά στο δημόσιο νοσοκομείο, αυτό που λέμε περιθωριοποιημένα, το ‘Ντυνάν’ δυσανασχετούσε, έκανε ‘μανούρα’ και ζητούσε να τα πάμε σε άλλο, κρατικό νοσοκομείο (π.χ. στο 'Ιπποκράτειο'). Πολλοί συνάδελφοι αρνούνταν και άφηναν κανονικά τους ασθενείς εκεί. Όμως, στο ‘Ντυνάν’ είχαν στην υποδοχή ανθρώπους της διοίκησης που γκρίνιαζαν ήδη για το επόμενο περιστατικό ή έπαιρναν το συντονιστικό κέντρο του ΕΚΕΠΥ, ακόμα και στο υπουργείο Υγείας, προκειμένου να μην φτάνουν στα επείγοντα τα περιστατικά που ‘τους δημιουργούν πρόβλημα’, με απλά λόγια αυτά που τους χαλάνε τη βιτρίνα», καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι.

«Τα ιδιωτικά θεραπευτήρια που υποτίθεται ότι έπαιρναν μη Covid ασθενείς διάλεγαν ελαφριά και πιο διαχειρίσιμα περιστατικά. Για να μην αναφέρουμε περιστατικά που είχαν πάει για άλλο λόγο σε ιδιωτικές κλινικές, κολλούσαν κορωνοϊό και τους φόρτωναν σε ασθενοφόρο για να τους στείλουν στο δημόσιο νοσοκομείο», τονίζει στην ΑΥΓΗ ο Πάνος Παπανικολάου, γενικός γραμματέας της ΟΕΝΓΕ.

Θυμάται χαρακτηριστικά ένα ορθοπεδικό περιστατικό που χειρουργήθηκε σε μεγάλο ιδιωτικό θεραπευτήριο της Αττικής, βγήκε θετικό σε τεστ Covid κατά τη διάρκεια της νοσηλείας και αμέσως το έστειλαν σε δημόσιο νοσοκομείο. Άλλος ασθενής χειρουργήθηκε σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, πήγε με ιδιωτικό ασθενοφόρο σε ιδιωτικό κέντρο αποκατάστασης, εκεί του έκαναν τεστ και μόλις βγήκε θετικός τον έστειλαν «με τις κλωτσιές» στο δημόσιο νοσοκομείο που εφημέρευε. «Τα περιστατικά αυτά είναι δεκάδες», επισημαίνει ο Π. Παπανικολάου.

Το δίκιο του κλινικάρχη

Όπως είναι φανερό, οι ιδιώτες της Υγείας λειτουργούν σαν να είναι εκτός συστήματος, αν και αποζημιώνονται αφειδώς για ιατρικές πράξεις από τον ΕΟΠΥΥ. Κάνουν κατά κόρον επιλεκτικές νοσηλείες και επεμβάσεις ή θεραπείες που θεωρούν εύκολες και κερδοφόρες, ενώ μόνο κάποια μεγάλα ιδιωτικά θεραπευτήρια ασχολούνται με σοβαρά περιστατικά (καρκίνους, καρδιοχειρουργικά κ.ο.κ.). Τα ιδιωτικά νοσοκομεία και οι κλινικές δεν εφημερεύουν, δεν κάνουν διαγνώσεις σε δύσκολα περιστατικά, δεν ασχολούνται με το επείγον και το δυσίατο.

Έλαβαν, όμως, ακόμα ένα «δώρο» μέσα στην πανδημία: με την ΚΥΑ του Οκτωβρίου του 2020, κατ’ εξαίρεση των κείμενων διατάξεων, μπορούσαν να αυξήσουν έως 40% τη δυναμικότητα των κλινών ΜΕΘ με το υφιστάμενο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, δηλαδή ρίχνοντας με το έτσι θέλω τα standards ποιότητας στη φροντίδα των ασθενών!

Οι Έλληνες κλινικάρχες δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να εμπλακούν στην αντιμετώπιση της πανδημίας γιατί δεν θα τους απέφερε κέρδη. Και το πέτυχαν. Συνέβη άραγε παντού το ίδιο;

«Μετά το πρώτο κύμα, στη Γαλλία κινητοποιήθηκε από το κράτος ο ιδιωτικός τομέας, λόγω της επείγουσας κατάστασης, και υποχρεώθηκε και αυτός να μειώσει κατά 60% - 80% τις χειρουργικές επεμβάσεις προκειμένου να απελευθερωθούν γιατροί και κρεβάτια για Covid, ενώ και το προσωπικό μετακινήθηκε όπου χρειάστηκε για να καλυφθούν οι ανάγκες», περιγράφει την -εντελώς ξένη σε σχέση με όσα έχουμε ζήσει στη χώρα μας- εικόνα η Χρυσούλα Παπαγεωργίου, αναισθησιολόγος - εντατικολόγος στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο «Tenon» του Παρισιού.

Σημειώνει ότι στη Γαλλία, όπου υπήρχε το «know how» από άλλες κρίσεις (τρομοκρατικά χτυπήματα), το σύστημα λειτούργησε ενιαία, δεν υπήρξε διαφορετική μεταχείριση για τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας δέχθηκε περίπου το 30% των Covid ασθενών. Το κόστος επωμίστηκε και εκεί, βέβαια, το κράτος, το οποίο ενορχήστρωσε τη μάχη κατά της Covid, χωρίς ωστόσο να πληρώσει διπλάσια αποζημίωση για το κάθε περιστατικό.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL