2 του Απρίλη του 1972. Οι μαζικές συναθροίσεις απαγορεύονταν από το καθεστώς της Χούντας. Εκδρομή στη Στενή Ευβοίας. Με λίγους φίλους, που αποτελούσαμε έναν μικρό, παράνομο αντιδικτατορικό πυρήνα. Αποφασίσαμε να πάρουμε μέρος. Η αρχηγός, μια όμορφη και πρόσχαρη κοπέλα, έδειξε πως είναι μια μικρή ηγετική φυσιογνωμία στον κύκλο της.
Το όνομά της Ματίνα. Σε λίγες ώρες ήξερα και το επώνυμό της: Δασκαλάκη. Όμορφη, πρόσχαρη και με προσωπικότητα, ήταν μια κοπέλα που μου ταίριαζε.
Έτσι, η 2η του Απρίλη του 1972 ήταν η αρχή μιας κοινής ζωής που θα κρατήσει μέχρι το τέλος.
Αυτό το πρόσχαρο και δυναμικό κορίτσι διεκδικούσε με επιμονή τη ζωή της. Αυτό που κάποιοι αποκαλούν “μοίρα” ήταν ιδιαίτερα σκληρή απέναντί της. Η μάνα της, χήρα με δύο μωρά, τη Ματίνα και τον Νίκο, μια κοπελούδα σχεδόν αγράμματη, η Μαργαρίτα, ένας απίστευτα καλός άνθρωπος, αναγκάστηκε να ξενοδουλεύει για να μεγαλώσει τα μωρά της. Αυτό που κάποιοι αποκαλούν μοίρα εγώ το αποκαλούσα αναλγησία ενός απάνθρωπου κράτους.
Η Ματίνα, δυναμική, αλλά όχι πολιτικοποιημένη, βρέθηκε στην αγκαλιά κάποιου που την “κακή μοίρα” την αποκαλούσε “αναλγησία του κράτους”. Βρέθηκε σε έναν κύκλο νέων ανθρώπων, που στις παρέες τους αντάμωνες τον ρομαντισμό της γενιάς τους και τη μεγάλη επιθυμία τους να ανατρέψουν τη δικτατορία. Έτσι η Ματίνα αντάμωνε με τη γενιά του Πολυτεχνείου, τη γενιά που κάποιοι σήμερα θέλουν να απαξιώσουν.
Μέσα σε όλες τις παρέες που τραγουδούσαν “πότε θα κάνει ξαστεριά”, μέσα σε όλες τις κινητοποιήσεις. Είναι ένα μικρό παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι η γενιά του Πολυτεχνείου δεν ήταν μόνο οι φοιτητές, αλλά και κάθε νέος μαθητής, κάθε νέος εργαζόμενος που δεν ήθελε να στέρξει στις προσταγές της τυραννίας.
Έγινε ένα με τους φοιτητές της Ανωτάτης Εμπορικής. Ήταν αυτή που δακτυλογράφησε ένα μεγάλο μέρος της “προκήρυξης”, γνωστής ως μελέτη των δώδεκα φοιτητών της ΑΣΟΕΕ.
Ο ρομαντισμός μας, ο κοινός μας αγώνας και ο έρωτάς μας ήταν ο συνδυασμός που αναπόφευκτα μας οδήγησε στον γάμο. Τον ορίσαμε για τις 24 του Νοέμβρη 1973.
Το αντιδικτατορικό κίνημα είχε φουντώσει. Η χούντα επιχειρούσε το πείραμα της φιλελευθεροποίησης του Μαρκεζίνη. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ανέτρεψε το εγχείρημα Μαρκεζίνη. Ακύρωνε όμως και την ημερομηνία του γάμου, ενός γάμου που θα είχε κουμπάρους τους έξι φοιτητές της ΑΣΟΕΕ που είχαν επιστρέψει από την καταναγκαστική τους στράτευση.
Σχεδιάζαμε να μετατραπεί ο γάμος σε ιδιότυπο αντιδικτατορικό συλλαλητήριο. (Για την Ιστορία, θα τους αναφέρω: ο Μπάλουρας, ο Παπαχρήστος, ο Βλάχος, ο Μπαστάκης, ο Λουλουδάκης, ο Ξανθόπουλος).
Ο σχεδιασμός για τον γάμο - συλλαλητήριο ακυρώθηκε, καθώς όλοι μας περάσαμε στην παρανομία μετά τη 17η Νοέμβρη του 1973. Ο γάμος, όμως, έπρεπε να γίνει, καθώς το παιδί μας στην κοιλιά της Ματίνας θα κινδύνευε να μείνει χωρίς πατέρα αν η Χούντα κατόρθωνε να μας συλλάβει.
Η 20ή του Νοέμβρη άλλη μια μέρα που σημάδεψε τη ζωή μας. Στο σπίτι της οδού Οδεμησίου, στην Καισαριανή, έγινε η μυστική συνάντηση η οποία εξελίχθηκε σε γάμο. Ένας γάμος στην παρανομία, που μετατράπηκε σε νόμιμο χάρη στην ηρωική αυτοθυσία έξι ανθρώπων, του μπαρμπα-Μιχάλη Κραουνάκη, της κόρης του Ρένας, του Γιάννη Κραουνάκη, που επιστρατεύτηκε για να μας στεφανώσει, της πεθεράς μου, και του ηρωικού Παπαγιώργη που αγνόησε γραφές και νόμους και έκανε αυτό που η συνείδησή του του υπαγόρευε. Τότε πρωτογνωριστήκαμε και από τότε έγινε παντοτινός φίλος και αδελφός.
Αγαπημένη μου Ματίνα, πόσο άλλαξε η ζωή σου μαζί μου. Κάποτε οι δυσκολίες αποδίδονταν στην “κακή σου μοίρα”, τώρα οι δυσκολίες, που περιείχαν και κίνδυνο για τη ζωή μας, σε γέμιζαν με μια αδιόρατη αισιοδοξία. Σου έγραψα τότε “Πολεμάμε την ευτυχία της γαλήνης σημαδεύοντας”. Αυτό τον στοίχο μου τον επαναλάμβανες στα γράμματα που αργότερα μου έστελνες στη Γυάρο.
Η επόμενη ώρα του γάμου, η παρανομία στο σπίτι της Αννίτας. Στρωματσάδα στην γκαρσονιέρα της η “πρώτη νύχτα γάμου”. Από σπίτι σε σπίτι κρυβόμασταν για να αποφύγουμε τη σύλληψη. Στου Αριστείδη, στης Ζωής, στου Τάσου, στου Γεραμάνη.
Όμως, ο καρπός του έρωτά μας, σχηματισμένο αγοράκι στην κοιλιά σου, θύμα κι αυτό των γεγονότων του Πολυτεχνείου, δεν άργησε να αποχωριστεί από τη μήτρα σου ύστερα από λίγες εβδομάδες.
Κανείς δεν θα το καταγράψει στα θύματα του Πολυτεχνείου, αφού ούτε όνομα πρόλαβε να πάρει, ούτε καν το πρώτο του κλάμα να ακουστεί. Μόνο εμείς το καταγράψαμε στις οικογενειακές μας απώλειες, μαζί με τους τραυματισμούς του Πάνου μας και της Ελένης μας.
Η σύλληψή μου και ο εκτοπισμός μου στη Γυάρο δεν σου επέτρεψαν να χαρείς τους πρώτους μήνες της γαμήλιας ζωής σου.
Εχθές διάβαζα τα γράμματά μας.
Γράμματα από τη Γυάρο και γράμματα προς τη Γυάρο
Δεν ντρέπομαι να σου πω ότι έκλαψα. Όχι για τον σημερινό μας αποχαιρετισμό. Αυτός ίσως είναι μια αναγκαία, λυτρωτική διαδικασία, καθώς χρόνια πολλά έδινες μάχη άνιση, όχι όμως μάταια.
Γιατί ο θάνατος, όπως και η ζωή, είναι δικαιώματα και οφείλουμε να τα διεκδικούμε, να τα διαβαίνουμε με αξιοπρέπεια.
Έκλαψα για την απέραντη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που μου χάριζες στα γράμματά σου, ακόμα και όταν η χουντική λογοκρισία μουτζούρωνε τις λέξεις για να μην τις διαβάζουμε. Μόνο ένα ελάχιστο τρυφερό δείγμα θα αποκαλύψω σήμερα.
Μου έγραφες:
Αν πω πως σε σκέπτομαι πολύ, θα είναι λίγο,
Αν πω πως σ' αγαπώ πολύ, πάλι θα είναι λίγο,
Αν όμως πω ότι σε περιμένω, τι θάναι;
Κι εγώ σου απαντούσα με τους στίχους του ποιητή, γραμμένους από την εποχή των πολιτικών προσφύγων:
Καλή μου
Μη βρέχεις
τ' ασημένια της πατρίδας ακρογιάλια
με τα κοφτά σου δάκρυα
θα γυρίσουμε.
Και γυρίσαμε.
Και ήρθε η Μεταπολίτευση.
Ήρθε ο Νικόλας, ήρθε ο Μάριος.
Γεννημένοι και οι δύο μέσα στη μάχη που δίναμε μαζί ως μέλη του ΚΚΕ Εσωτ. στην Καισαριανή για τον σοσιαλισμό με Δημοκρατία, ελευθερία και αυτοδιαχείριση.
Και η φωνή σου χαρακτηριστική στα μεγάφωνα “Λαέ της Καισαριανής, το ΚΚΕ Εσωτ. σε καλεί να πάρεις μέρος...” κ.λπ. Μέχρι και τη διάσπασή του. Δεν θέλησες να δικαιώσεις καμιά μεριά, όπως και πολλοί άλλοι.
Δεν σε κάκισα ποτέ γι' αυτό. Άλλωστε, η στάση σου με δίδαξε ότι όσοι βρισκόμαστε στη θέση του στελέχους πρέπει, διπλά και τρίδιπλα, να σκεπτόμαστε ότι η ανιδιοτελής προσφορά των συντρόφων και των συντροφισσών μας δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται έρμαιο των ιδεολογημάτων και των πολιτικών μας εμμονών, οι οποίες κατά κανόνα μάλιστα δεν δικαιώνονται.
Φτάσαμε στο 1995. Άλλη μια χρονιά σταθμός.
Ξενιτευτήκαμε. Αιτία πάλι το ανάλγητο κράτος. Αφορμή ο Μάριός μας.
Σταθήκαμε τυχεροί, γνωρίσαμε άλλους ανθρώπους, άλλα συστήματα, για την ειδική αγωγή. Διευρύναμε το σύστημα αξιών μας, γιατί μάθαμε ότι “κάθε παιδί είναι ειδικό” και ότι “ο πολιτισμός μιας κοινωνίας προσδιορίζεται όχι μόνο από την ανεκτικότητα στο διαφορετικό, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο διασφαλίζει τα δικαιώματα όλων, αλλά κυρίως όσων δεν μπορούν να τα διεκδικήσουν μόνοι τους”.
Εκεί τιμήθηκες από τον Δήμο του East Dumbartonshire για την κοινωνική σου προσφορά. Εκεί ωρίμασε θεαματικά ο Μάριός μας. Εκεί πρόκοψε ο Νικόλας μας. Δεν θα κάνω άλλη κρίση για τον Νικόλα, καθώς σήμερα, ως μέλος της κυβέρνησής μας, μαζί με τα άλλα μέλη της θα πρέπει να κρίνεται από τον λαό. Από τον λαό, άλλωστε, θα κριθούμε όλοι εμείς που πασχίζουμε να βγάλουμε τη χώρα και τον λαό μας από την επιτροπεία και από τη λιτότητα.
Εκεί κάναμε πολλούς και καλούς φίλους και κατανοήσαμε την ακατάλυτη αξία της φιλίας των λαών. Εκεί κατανοήσαμε και τους ιστορικούς λόγους που γιγαντώνουν την αντιπαλότητα της Σκωτίας με την Αγγλία.
Σήμερα, σ' αυτή τη μεγάλη συνάντησή μας, παρευρίσκονται και φίλοι μας με τους οποίους δεθήκαμε στη Γλασκόβη.
Αγαπημένη μου Ματίνα.
Ζήσαμε μαζί χρόνια πολλά και μεγάλες στιγμές. Εκεί που ο ιστορικός χρόνος είναι πολύ πυκνός. Γι' αυτό και ο απολογισμός γίνεται μακρύς και ο χρόνος μεγεθύνεται.
Κρατάω από σένα μια απίστευτη κληρονομιά. Τους γιους μας, την Έλενα, τις εγγονές μας Έλλη και Άρτεμις.
Κρατάω με ευγνωμοσύνη την αξιοπρέπεια και το κάλλος που γέμισε τη ζωή μας.
Λυπάμαι που δεν σου έφερα ποτέ τις νεροχελώνες που σου υποσχέθηκα στις 2 του Απρίλη του 1972, όταν άρχιζε η κοινή ζωή μας.
Με τόση κληρονομιά που μου άφησες, δύσκολα μπορώ να σκεφτώ το τέλος της κοινής μας πορείας.
Με αυτό άλλωστε θα ασχοληθούν οι απόγονοί μας.
Συντρόφισσα Ματίνα, γεια σου.