Σε επ' αόριστον αναβολή οδηγήθηκε η δίκη για την υπόθεση διαφθοράς κρατικών λειτουργών, που αφορά παράνομες αμοιβές στελεχών κρατικών νοσοκομείων και υπερκοστολογήσεις ιατρικών υλικών από τη βρετανική εταιρία DePuy, θυγατρική του αμερικανικού ομίλου Johnson & Johnson, λόγω μη έγκαιρης κλήτευσης αλλοδαπών κατηγορουμένων.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων οδηγήθηκε σε επ' αόριστον αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης για την οποία καλούνται να λογοδοτήσουν 24 εμπλεκόμενοι, Έλληνες γιατροί και στελέχη νοσοκομείων, επιχειρηματίες και αλλοδαποί - στελέχη της εταιρείας, οι οποίοι κατά περίσταση είναι αντιμέτωποι με τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου τελούμενη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια επί μακρό χρονικό διάστημα, με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της δωροδοκίας υπαλλήλου από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με όφελος του δράστη και ζημία σε βάρος του Δημοσίου και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση.
Η απόφαση ελήφθη έπειτα από ένσταση συνηγόρων υπεράσπισης για προβλήματα με τις κλητεύσεις και μη έγκαιρης παράδοσης του βουλεύματος προς αλλοδαπούς κατηγορουμένους. Το δικαστήριο οδηγήθηκε σε απόφαση κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης και ακολούθως σε αναβολή αορίστως της δίκης.
Η υπόθεση αφορά την προμήθεια για το Ελληνικό Δημόσιο σε υπερβολικά υψηλές τιμές ορθοπεδικών ειδών από την εν λόγω εταιρεία το διάστημα μεταξύ 2000-2006, σε 114 νοσοκομεία της Αθήνας, αλλά και της επαρχίας, όπως το ΚΑΤ, το Παπανικολάου και το Αττικόν. Από την έρευνα της Δικαιοσύνης προέκυψε ότι στις αυξημένες τιμές χρέωσης των ορθοπεδικών ειδών συμπεριλαμβάνονταν και τα «δώρα», σε μετρητά, προς αποκαλούμενους «μεγαλογιατρούς» για την προτίμησή τους στα προϊόντα της συγκεκριμένης εταιρείας. Η ζημία του Δημοσίου εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 11 εκατομμύρια ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας για την υπόθεση της DePuy, τα ορθοπεδικά είδη που έφθαναν στα νοσοκομεία εμφανίζουν κόστος αυξημένο κατά 35%, σε σχέση με τις χρεώσεις της εταιρείας, ενώ με βάση τα τιμολόγια που ελέγχθηκαν από τη Δικαιοσύνη εκτιμάται ότι η ανταμοιβή των γιατρών έφθανε το 20%, την οποία ουσιαστικά κατέβαλλε το Ελληνικό Δημόσιο.