Στις δύο επόμενες διασκέψεις, που κατά πληροφορίες θα πραγματοποιηθούν στις 24 και 26 Οκτωβρίου, θα ασχοληθεί το ΣτΕ με την ουσία της υπόθεσης του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες, αφού προηγουμένως οι δικαστές έκριναν προχθές κατά πλειοψηφία παραδεκτές τις προσφυγές των καναλιών. Υπέρ της συνταγματικότητας του νόμου για την αδειοδότηση των καναλιών για λόγους "ανωτέρας βίας" τάχθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο εισηγητής της υπόθεσης στην ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας Γιώργος Παπαγεωργίου.
Στην τρίτη κατά σειρά διάσκεψη του ΣτΕ και αφού είχε ξεπεραστεί ο σκόπελος "επί του παραδεκτού", ο εισηγητής ανέπτυξε την πρώτη σειρά των επιχειρημάτων του αναφέροντας: "Έχουμε να σταθμίσουμε δύο αγαθά. Το πρώτο είναι η αδειοδότηση που δεν έγινε από το ΕΣΡ. Το άλλο είναι η ανάγκη ύπαρξης αδειοδότησης, η οποία επιβάλλεται από τη νομολογία του ΣτΕ από το 2010, με αλλεπάλληλες αποφάσεις του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου".
Σύμφωνα με τον Γ. Παπαγεωργίου, "Η ανυπαρξία του ΕΣΡ οφείλεται σε υποκειμενική και όχι αντικειμενική αδυναμία. Δεν υπήρξαν νόμιμες προϋποθέσεις για την άρνηση της συγκρότησης του ΕΣΡ. Επομένως στη στάθμιση των δυο συνταγματικών αγαθών πρέπει για λόγους ανωτέρας βίας να επιλεγεί η λύση της συνταγματικότητας του νόμου".
Με άλλα λόγια, αν το ΣτΕ αποφασίσει ότι η διαδικασία που ακολουθείται σήμερα (δηλαδή ο υπό κρίση νόμος) είναι αντισυνταγματική, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ακυρωθεί. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, επιστρέφουμε στο αμέσως προηγούμενο καθεστώς, με το άναρχο τηλεοπτικό τοπίο, το οποίο έχει ήδη κριθεί ως αντισυνταγματικό με αλλεπάλληλες αποφάσεις του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου.
Η εισήγηση του συμβούλου Επικρατείας και η παράθεση των νομικών επιχειρημάτων του αναμένεται να ολοκληρωθούν στην επόμενη διάσκεψη, η οποία θα γίνει γνωστή ένα 24ωρο πριν.