Αύξηση του νοσηλευτικού προσωπικού στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων, καθώς και των κλινών Εντατικής Θεραπείας ζητά η Ελληνική Ομάδα Μελέτης της Σήψης, για την αντιμετώπιση της γνωστής στους περισσότερους ως «σηψαιμία», που είναι παγκοσμίως μια από τις πιο κοινές θανατηφόρε ασθένειες.
Επίσης, είναι «μία από τις ελάχιστες παθήσεις που βάλλουν με την ίδια ένταση αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες περιοχές», όπως υπογράμμισε ο αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ε. Ι. Γιαμαρέλλος - Μπουρμπούλης κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνέντευξης Τύπου που πραγματοποιήθηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Σήψης. «Στον αναπτυγμένο κόσμο, η συχνότητα εμφάνισης της σήψης αυξάνεται δραματικά, με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 5%-13% την τελευταία δεκαετία, και πλέον αφαιρεί περισσότερες ζωές από το σύνολο των θανάτων του καρκίνου του εντέρου και του μαστού. Όταν γίνεται ταχεία διάγνωση και θεραπεία, σώζονται ζωές» πρόσθεσε.
Κύρια αιτία για το 30% - 60% της νοσοκομειακής θνησιμότητας
Παρά την πρόοδο της σύγχρονης ιατρικής στα εμβόλια, τα αντιβιοτικά και την εντατική θεραπεία, η σήψη παραμένει η κύρια αιτία θανάτου από λοίμωξη με τη νοσοκομειακή θνητότητα να κυμαίνεται ανάμεσα σε 30% - 60%.
Σε όλες τις χώρες που διαθέτουν στοιχεία σχετικά με τις νοσηλείες που αφορούν τη σήψη ο αριθμός των περιστατικών αυξάνεται σταθερά. Σύμφωνα με το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων υπολογίζεται ότι ο αριθμός των νοσηλευόμενων με σήψη αυξήθηκε από 621.000 το 2000 σε 1.141.000 το 2008. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Ελληνικής Ομάδας Μελέτης της Σήψης υπολογίζεται ότι στη χώρα μας 100.000 ασθενείς προσβάλλονται κάθε χρόνο. Από αυτούς 25% - 30% πεθαίνουν.