"Κοιμόμουν στην ταράτσα γιατί έκανε πολλή ζέστη. Έπεσα για ύπνο περίπου στις 11.30. Ήμουν σκεπασμένος και ξαφνικά ένιωσα να με χτυπάνε. Έβγαλα το σκέπασμα από το πρόσωπο και είδα τέσσερα άτομα από πάνω μου. Τέσσερις - πέντε με χτυπούσαν με ξύλα, άλλοι με κλωτσιές και ένας κρατούσε σίδερο. Αυτό είναι σίγουρο γιατί μ’ αυτό με χτύπησαν στο πρόσωπο και μου έσπασαν τα δόντια. Στην ταράτσα υπήρχαν άλλα 15 με 17 άτομα. Ήταν ντυμένοι στα μαύρα. Δεν μπόρεσα να δω χαρακτηριστικά γιατί με χτυπούσαν. Μόνο ο Άχμεντ τα είδε καλά απ' το παράθυρο. Εγώ δεν μπορούσα. Ήταν σκοτεινά. Με χτύπησαν σε όλο το σώμα. Ήμουν σαν πεθαμένος...".
Με εμφανή μέχρι σήμερα τα σημάδια του άγριου ξυλοδαρμού του ο Αμπουζίντ Εμπάρακ ο Αιγύπτιος ψαράς που έπεσε θύμα του χρυσαυγίτικου τάγματος εφόδου την ώρα που κοιμόταν στο σπίτι του στις 12 Ιουνίου 2012, δεν μπορούσε καν να σταθεί όρθιος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων στη δίκη της Χρυσής Αυγής και ζήτησε να καταθέσει καθιστός. Και παρά τα προβλήματα υγείας που συνεχίζουν να τον ταλαιπωρούν, απάντησε θαρρετά στις ερωτήσεις μέσω διερμηνέα, ακόμα κι όταν οι χρυσαυγίτες άρχισαν να χαχανίζουν αηδιαστικά όταν άκουσαν ότι πριν την επίθεση είχε τρία παιδιά και σήμερα έχει πέντε, γεγονός που προκάλεσε την άμεση αντίδραση της προέδρου:
«Δεν ήρθατε εδώ για να γελάσετε... δεν είναι χώρος διασκέδασης εδω... αν θέλετε να γελάσετε να περάσετε έξω... υπάρχουν γύρω σας αστυνομικοί για να το διαπιστώσουν αυτό, αν χρειαστεί» είπε απευθυνόμενη στους χρυσαυγίτες...
Θαρρετά αντιμετώπισε και την εισαγγελέα προσπερνώντας το ειρωνικό της ύφος όταν του επεσήμανε ότι στην πρώτη του κατάθεση δεν είχε πει ότι άκουσε τους χρυσαυγίτες να λένε «πάμε» όταν ολοκλήρωσαν τη βάρβαρη επίθεση. Κι αυτό το «πάμε» που άκουσε δεν ήταν επειδή οι εγκληματίες φοβήθηκαν ή μετάνιωσαν. Ήταν γιατί «αν ήξεραν ότι είμαι ζωντανός, δεν θα με άφηναν. Πίστεψαν ότι με σκότωσαν...».
Ο Α. Εμπάρακ, είπε ότι «Δεν είχα διαφορές με κανέναν» κι ότι δεν είχε ιδέα περί Χρυσής Αυγής, ενώ απέδωσε την επίθεση στο γεγονός ότι είναι ξένος και δη Αιγύπτιος. Ο μάρτυρας που όπως είπε «φοβάμαι ακόμα κι όταν περπατάω» είπε χαρακτηριστικά: «Είμαι πεθαμένος. Δεν θα 'χει διαφορά, ακόμη κι αν με σκοτώσουν έξω από το δικαστήριο. Δεν μπορώ πια να ταΐσω τα παιδιά μου».
Ο μάρτυρας περιέγραψε ακόμα στο δικαστήριο που έχει στις πλάτες του τα βάρη όλης της οικογένειάς του, πέντε παιδιά και τρία αδέλφια, είπε πως ήρθε στην Ελλάδα γιατί «όλοι τους στηρίζονται σε μένα».
Η άγρια επίθεση έγινε όταν εκείνος κοιμόταν στην ταράτσα του φτωχόσπιτου όπου έμενε μαζί με τρεις συμπατριώτες του. Ο μάρτυρας περιέγραψε: «Είχα πληγές και χτυπήματα σε όλο το σώμα, έκανα ράμματα. Έχασα τις αισθήσεις μου, δεν ήξερα αν ήταν βράδυ ή πρωί, στο νοσοκομείο απέκτησα πάλι συνείδηση. Άκουσα κάποιον να λέει 'πάμε', ήταν από τις 15 λέξεις που ήξερα τότε στα ελληνικά, πρέπει να νόμιζαν ότι πέθανα και έφευγαν...”.
Όπως είπε έμεινε περίπου 17-18 μέρες στο νοσοκομείο, ενώ στη συνέχεια «σχεδόν 33 ημέρες έτρωγα με καλαμάκι, τα κόκαλα στο πρόσωπο μου ήταν σπασμένα. Είχα πόνους στην κοιλιά μια εβδομάδα ολόκληρη και έξι - επτά μήνες υπέφερα»... Κι ενώ ο ίδιος χαροπάλευε στο νοσοκομείο, ο μάρτυρας είπε χαρακτηριστικά ότι αμέσως μετά την επίθεση, κάποιος προσέγγισε τον φίλο του Άχμεντ και του πρότεινε χρήματα, προκειμένου να μην προχωρήσει η υπόθεση...
Ο μάρτυρας είπε επίσης ότι τα προβλήματα της υγείας του παραμένουν και δεν μπορεί να δουλέψει κανονικά. «Μια μέρα δουλεύω, τρεις μέρες κάθομαι. Πούλησα ένα οικόπεδο στην πατρίδα μου για να μπορέσω να ζήσω κι εγώ και τα παιδιά μου», είπε χαρακτηριστικά, ενώ η υπεράσπιση απαίτησε να φέρει ο φτωχός βιοπαλαιστής το συμβόλαιο, και ζητούσε διευκρινίσεις για το αν ήταν στο όνομα της μητέρας του! Η δίκη συνεχίζεται.