Στα δικαστήρια ελπίζουν να «βρουν το δίκιο τους» οι ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών σε αυτή την πρώτη φάση του πολέμου που έχουν κηρύξει στην κυβέρνηση για την πρόθεσή της να προχωρήσει στη νόμιμη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών τους, σε ένα πλαίσιο υγιούς επιχειρηματικότητας, μετά από 26 χρόνια παράτυπης λειτουργίας και διαπλοκής με την πολιτική εξουσία, τα δημόσια έργα, την κρατική διαφήμιση και τις τράπεζες. Σε επόμενη φάση αναμένεται η δημόσια επίθεση «Μας Φιμώνουν», με συντονισμένες επιθέσεις, σε σύμπλευση με τη Ν.Δ. και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Κεντρική πολιτική επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝ.ΕΛΛ., είναι η νόμιμη αδειοδότηση με διαγωνιστική διαδικασία. Στη βάση αυτής της επιλογής, ο Νίκος Παππάς αρνήθηκε να υπογράψει Υπουργική Απόφαση βάσει της οποίας νομιμοποιείται η λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, όπως έκαναν οι προκάτοχοί του επί σειρά ετών. Ο διαγωνισμός για τις άδειες βρίσκει έτσι τους τηλεοπτικούς σταθμούς, όλους, να λειτουργούν χωρίς καν το πρόσχημα της νομιμότητας που απολάμβαναν χάρη στη διαπλοκή μέχρι πρότινος: Η νομιμότητα της λειτουργίας τους θα προκύψει μετά την εκχώρηση των αδειών.
Είναι όμως αυτή η ίδια η διαγωνιστική διαδικασία, η ίδια η νομιμότητα απέναντι στις οποίες οι ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών αντιδρούν. Με κάθε δυνατό τρόπο, όπως θα φανεί συν τω χρόνω, προς το παρόν όμως με αλλεπάλληλες προσφυγές στη Δικαιοσύνη, με στόχο είτε την αναστολή του διαγωνισμού, είτε -ακόμα καλύτερα- την ακύρωσή του.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Επικρατείας μετράει συνολικά 60 δικόγραφα εναντίον του νόμου για την αδειοδότηση των σταθμών από τους σταθμούς εθνικής εμβέλειας Mega, ANT1, ΣΚΑΪ, Epsilon, Alpha, Star και ΑΡΤ (Καρατζαφέρης) καθώς και από την Ένωση Ιδιοκτητών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας - ΕΙΤΗΣΕΕ.
Πριν από την προκήρυξη του διαγωνισμού, κατατέθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά των Υπουργικών Αποφάσεων:
* 19 αιτήσεις αναστολών
* 23 αιτήσεις ακυρώσεως
* 8 δικόγραφα πρόσθετων λόγων ακυρώσεως
Μετά την προκήρυξη, που έγινε στις 20 Μαΐου, το υπουργείο Επικρατείας έλαβε κατά της προκήρυξης:
* 8 προδικαστικές προσφυγές
* 2 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων
Πληροφορίες από το υπουργείο Επικρατείας αναφέρουν ότι οργανώνει την άμυνά του απέναντι στη βροχή των προσφυγών, προκειμένου να καταφέρει να προχωρήσει τον διαγωνισμό σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Δύο είναι οι βασικές ημερομηνίες κατά τις οποίες το ΣτΕ θα συζητήσει επί των προσφυγών:
* Ασφαλιστικά μέτρα στις 30 Ιουνίου Την ερχόμενη Πέμπτη θα συζητηθούν κεκλεισμένων των θυρών στην ολομέλεια του ΣτΕ οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των τηλεοπτικών σταθμών κατά της προκήρυξης του διαγωνισμού. Με τα ασφαλιστικά μέτρα οι σταθμοί επιχειρούν να προσβάλουν την προκήρυξη για τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους, με στόχο να σταματήσουν- να αναστείλουν τον διαγωνισμό, ιδίως δε τη δημοπρασία. Και να κερδίσουν χρόνο.
* Αιτήσεις ακυρώσεως στις 4 Ιουλίου Την ίδια μέρα που λήγει η προθεσμία υποβολής φακέλων υποψηφιότητας από τους τηλεοπτικούς σταθμούς για τη συμμετοχή τους στη διαγωνιστική διαδικασία - κρίνεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας το αίτημα των τηλεοπτικών σταθμών για ακύρωση του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες.
Τα κανάλια, με ξεχωριστά αιτήματα, τα οποία ωστόσο διατηρούν κοινό πυρήνα, επιδιώκουν να ακυρώσουν στο σύνολό του το νέο νομοθετικό πλαίσιο και την προκήρυξη του διαγωνισμού για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών. Οι αιτήσεις ακύρωσης θα συζητηθούν στη μείζονα σύνθεση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία περιλαμβάνει, εκτός από τους συμβούλους Επικρατείας και αντιπροέδρους. Εισηγητής έχει οριστεί ο σύμβουλος Επικρατείας Γιώργος Παπαγεωργίου.
Τι επικαλούνται στις προσφυγές τους οι τηλεοπτικοί σταθμοί; Τα πάντα. Ό,τι πιο πιθανό και ό,τι πιο απίθανο μπορεί κανείς να φανταστεί: την τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού (3 εκατ. ευρώ), το μίνιμουμ αριθμού εργαζομένων (400 εργαζόμενοι), τη συνδρομή στον έλεγχο των υποψηφιοτήτων διεθνούς εταιρείας ορκωτών λογιστών - ελεγκτών, τη διαδικασία δημοπράτησης κ.ά. Επίσης, προσβάλλουν ως αντισυνταγματικό τον προσδιορισμό των υπό δημοπράτηση αδειών σε τέσσερις (4) και τη μεταφορά της αρμοδιότητας αδειοδότησης από το ΕΣΡ στην Κεντρική Διοίκηση.