Για την «οριακή υποχώρηση της λιτότητας στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας, τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις στην ΠΦΥ, την Ψυχική Υγεία, τη Δημόσια Υγεία, τη φαρμακευτική πολιτική, τις προμήθειες και τη διοίκηση του ΕΣΥ, μίλησε ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός στο συνέδριο του "Economist".
Προχωρώντας σε απολογισμό του έργου της πολιτικής ηγεσίας, επισήμανε ότι «η κοινωνική βαρβαρότητα μιας χώρας με ανασφάλιστους που δεν μπορούσαν να χειρουργηθούν, με καρκινοπαθείς χωρίς θεραπεία, με εγκύους χωρίς παρακολούθηση, με ανεμβολίαστα παιδιά ξεπερνιέται» με τη ρύθμιση για την καθολική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο Ανδρέας Ξανθός στα πολλαπλά προβλήματα του συστήματος Υγείας και στις προσπάθειες που καταβάλλονται για την αντιμετώπισή τους, κάνοντας λόγο για την «πρώτη, οριακή έστω, υποχώρηση της λιτότητας στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας». Επισήμανε ότι «αντιστράφηκε η συνεχής περικοπή των λειτουργικών δαπανών των νοσοκομείων και των ΥΠΕ». Υπήρξε μια «ένεση» 300 εκατ. ευρώ και το όριο αγορών στο ΕΣΥ, από 1,388 δισ. το 2015. πήγε στο 1,634 δισ. το 2016 και η κρατική χρηματοδότηση, που θα συμπληρωθεί από αυξημένη μεταβίβαση πόρων του ΕΟΠΥΥ, από 1,025 σε 1,156 δισ. ευρώ. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις 3.500 προσλήψεις μόνιμου προσωπικού που έχουν δρομολογηθεί για το 2016.
Αναφερόμενος στις μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν, στάθηκε ιδιαίτερα στην επαναθεμελίωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, την αναδιοργάνωση της Δημόσιας Υγείας, τον μετασχηματισμό του ασύλου και την κοινοτική ψυχιατρική, την ασθενοκεντρική φαρμακευτική πολιτική, το νέο σύστημα προμηθειών και τη διοικητική αναδιοργάνωση του ΕΣΥ.
Ειδικότερα για τη φαρμακευτική πολιτική, τόνισε ότι πρέπει να είναι εστιασμένη στον ασθενή αλλά και στη βιωσιμότητα του Δημόσιου Συστήματος Υγείας. Σημείωσε ότι «προωθούμε μια δέσμη παρεμβάσεων που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις στρεβλώσεις του σημερινού συστήματος τιμολόγησης και αποζημίωσης», το οποίο «έχει οδηγήσει στη διαρκή μείωση της τιμής των γενόσημων», στην «υποκατάσταση παλιών, φθηνών και αποτελεσματικών φαρμάκων» με «νεότερα και πολύ πιο ακριβά, χωρίς τεκμηριωμένο κλινικό όφελος», αλλά και στη «συνεχιζόμενη επιβάρυνση των πολιτών με αυξημένο ποσοστό συμμετοχής στη δαπάνη».
ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΥΒΙΩΤΟΥ