ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΕΛΛΗ ΖΩΤΟΥ
"Το απολυτήριο στρατού μου το πήρα τον Οκτώβριο του 1977 όχι από τη στρατολογία, αλλά από το Τμήμα Ασφαλείας Αμαρουσίου. Εκδόθηκε από τη στρατολογία, αλλά επικυρώθηκε από το Τμήμα Ασφαλείας. Το όνομα του ταγματάρχη που το υπέγραφε κλείστηκε με τη φωτογραφία μου και από πάνω μπήκε η σφραγίδα της Ασφάλειας. Εκεί είδα για πρώτη φορά και τον... φάκελό μου, παρότι εγώ δεν είχα ζήσει παρά μόνο λίγους μήνες στην Ελλάδα".
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο Γ. - τα στοιχεία του είναι στη διάθεση της "Αυγή" της Κυριακής - είδε τον φάκελο. Σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, ο φάκελος σταμάτησε να τροφοδοτείται το 1974 και αργότερα πιθανότατα κάηκε στη "φωτιά της συμφιλίωσης" το 1989. Από αυτή σώθηκαν γύρω στους 2.500 φακέλους, οι οποίοι, όπως ακούσαμε σε σχετική ημερίδα για τα υπόλοιπα αρχεία της ΕΛ.ΑΣ. το περασμένο καλοκαίρι από τον τότε υπουργό Προστασίας του Πολίτη Γ. Πανούση, αφορούν πολιτικά πρόσωπα.
Την περασμένη Τετάρτη ανακοινώθηκε ότι υπεγράφη ΚΥΑ από τους υπουργούς Εσωτερικών Π. Κουρουμπλή, Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλο και τον αναπληρωτή υπουργό Προστασίας του Πολίτη Ν. Τόσκα, στην οποία ορίζεται η άρση του απορρήτου και η δημοσιοποίηση των διασωθέντων 2.500 περίπου φακέλων φρονημάτων υπό προϋποθέσεις που θα οριστούν μετά την έκδοση του σχετικού ΦΕΚ και σε συνεργασία με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
"Κανείς δεν ξέρει στην πραγματικότητα τι είναι αυτό το υλικό. Τουλάχιστον κανείς από εμάς" παραδέχεται ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, επίκουρος καθηγητής Θεωρίας της Ιστορίας και Ιστοριογραφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μιλώντας στην "Α".
Οι φάκελοι ατομικών φρονημάτων ξεκίνησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και γνώρισαν άνθηση μεταπολεμικά, ενώ θεσμοθετήθηκαν το 1947. Το 2009, επί κυβέρνησης Καραμανλή, πάρθηκε απόφαση να μην ανοιχτούν για ακόμα είκοσι χρόνια οι φάκελοι. Τα μόνα ονόματα των οποίων οι φάκελοι βρίσκονται ανάμεσα στους διασωθέντες που γνωρίζουμε είναι αυτά που ανέφερε από το βήμα της Βουλής ο Ν. Τόσκας προ λίγων μηνών και είναι αυτά των Ελευθερίου Βενιζέλου και Χαρίλαου Φλωράκη.
Η αξία των φακέλων για την ανάλυση νοοτροπιών και ιδεολογικών τάσεων
"Αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι η ιδέα των φακέλων ως το τελικό προϊόν ενός μηχανισμού παρακολούθησης που στην πραγματικότητα απασχολεί ή καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος -ενδεχομένως και το μεγαλύτερο- των αρχών ασφαλείας. Άρα οι φάκελοι με ένα τρόπο είναι η κορωνίδα αυτής της δράσης, όμως στην πραγματικότητα τα ίχνη της μπορούμε να τα βρούμε σε όλο τον μηχανισμό που λέμε αρχείο του υπουργείου Δημόσιας Τάξεως", τονίζει ο Β. Καραμανωλάκης και συμπληρώνει:
"Αυτοί οι φάκελοι, σε ένα επίπεδο ανάλυσης ιστορικών, δεν έχει αξία εάν λένε αλήθεια ή ψέματα, αλλά κυρίως αναδεικνύουν νοοτροπίες, χώρους και ιδεολογικές τάσεις. Δηλαδή ξέρουμε ότι, όταν έρχονται οι πολιτικοί πρόσφυγες μετά το 1974 αντιμετωπίζονται με τεράστια δυσπιστία από όλες τις κρατικές αρχές ακριβώς γιατί υπάρχει μια παγιωμένη νοοτροπία και αντίληψη που αφορά το τι ακριβώς σηματοδοτεί αυτή η πολιτική προσφυγιά.
Ακόμη, λοιπόν, και αν πέφτει η χούντα, οι νοοτροπίες παραμένουν γιατί οι αντιλήψεις των ανθρώπων δεν μεταβάλλονται από την μία στιγμή στην άλλη. Άρα αυτοί οι φάκελοι -όσοι έχουν σωθεί- σε μια ιστορική ανάλυση μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε νοοτροπίες και στάσεις και παράλληλα να τις συνδέσουμε με το υπόλοιπό αρχείο της ΕΛ.ΑΣ., να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν τα σώματα ασφαλείας, που είναι βέβαια ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας".
Και αυτή η πραγματικότητα προβάλλει από τη διήγηση του Γ., τέκνου πολιτικών προσφύγων, που γεννήθηκε στο Ουζμπεκιστάν και ήλθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όταν του επετράπη, μετά τα τέλος της χούντας.
Να είσαι ξένος στην πατρίδα σου...
"Πέρασαν 40 χρόνια από τότε που πάτησα πρώτη φορά το πόδι μου σε ελληνικό έδαφος. Και, πιστέψτε με, ήταν παράξενο να φτάνεις σε μια χώρα, να μιλάς τη γλώσσα της, να έχεις συγγενείς, να ξέρεις την ιστορία της, όλα τα χρόνια σου να σε φωνάζουν ‘ο Έλληνας', αλλά φτάνοντας να είσαι στην πατρίδα σου ‘ο ξένος', ‘o Ρώσος'.
Θυμάμαι ακόμα να ψάχνω την Ομόνοια και να μην ρωτάω κανέναν περαστικό. Όταν, καταλάβαιναν ότι η ξενική μας προφορά δεν ήταν αγγλική, άρα δεν ήμασταν Ελληνοαμερικανοί, τότε αυτόματα μας ρωτούσαν από που ήμασταν. Όσο για την απάντηση στο "πού είναι το τάδε" ή θα μας ειρωνεύονταν ή μπορεί και να μην μας έλεγαν. Φυσικά κανένας μας δεν απαντούσε στην ερώτηση από που ήμαστε.
Εγώ ήμουν ευτυχώς τυχερός, γιατί ο πατέρας μου ήταν μορφωμένος -απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης- άρα ήξερα σωστά ελληνικά χωρίς εκφραστικά λάθη και έχασα πιο γρήγορα την προφορά μου. Στην αρχή με νόμιζαν Κύπριο. Η ομοιογένεια εκείνης της Ελλάδας ήταν εξουθενωτική και ήταν εύκολο να καταλάβουν ότι είχες κάτι διαφορετικό, ότι δεν ήξερες πράγματα που δεν νοείτο να μην ξέρεις για την καθημερινή ζωή της τότε εποχής, την νοοτροπία. Ξεχώριζες από μακριά. Και στην αρχή ξεχωρίζαμε και γιατί μας ακολουθούσε και από ένας ασφαλίτης.
Στη Γεωπονική Σχολή με "συνοδό"
Την πρώτη φορά που κατάλαβα ότι με παρακολουθούν ήταν λίγες ημέρες αφού φτάσαμε στην Ελλάδα. Ήταν Αύγουστος του 1976 και ταξίδευα όλη νύχτα με το ΚΤΕΛ από το χωριό της μάνας μου στην Αθήνα. Φτάνοντας ξημερώματα στον σταθμό του ηλεκτρικού στο Μαρούσι είδα έναν μουστακαλή με μια ριγέ μπλούζα να περιμένει στη αποβάθρα.
Αντί όμως να μπει στο τρένο, με ακολούθησε, γεγονός που κατάλαβα κάποια μέτρα πιο πέρα. Συνέχισα γιατί ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν η ιδέα μου, μέχρι που εκνευρίστηκα και γύρισα προς το μέρος του. Όταν είδε αυτή μου την κίνηση, πρόλαβε να χαθεί στα στενά. Μετά, κάθε φορά που πήγαινα στη Γεωπονική, καταλάβαινα ότι είχα ‘συνοδό'.
θα ειδοποιηθώ αρμοδίως...
Όταν τελικά έκλεισα τα 21 και πήγα στη στρατολογία στο Ρουφ, με έδιωξαν λέγοντάς μου ότι δεν έχω καμία δουλειά εκεί και να πάω στην Ασφάλεια Αθηνών - τότε ήταν στον Περισσό.
Έτσι έκανα και, όταν εξήγησα στον σκοπό τι ήθελα, ένας αστυνομικός με πήρε στην κυριολεξία από το χέρι και με οδήγησε σε ένα γραφείο. Αυτός έμεινε έξω και μέσα σε ένα γραφείο 3-4 μέτρα μακριά μου βρισκόταν ένα άνδρας με πολιτικά -ένα καφέ κοστούμι με γραβάτα της εποχής- δίπλα μου ένας άλλος με πολιτικά που έφερε μπροστά μου ένα φάκελο και τον έδωσε στον γραβατωμένο.
Πήγα να σηκωθώ να δω τι ήταν αυτό και αμέσως αντέδρασαν: ‘Κάτσε κάτω, μην κουνιέσαι'. Ακολούθησε πρακτικά μια ανάκριση, από το σχολείο στο οποίο είχα πάει στην Σοβιετική Ένωση μέχρι τους προπαππούδες μου που είχαν έλθει από τη Μικρασία πρόσφυγες. Έδειχνε ότι απλά επιβεβαίωνε όσα ήδη έγραφε ο φάκελος, σαν να ήθελε να διασταυρώσει ότι όντως προέρχομαι από τις συγκεκριμένες οικογένειες.
Τελικά μου είπε ότι θα ειδοποιηθώ αρμοδίως και όντως ειδοποιήθηκα πάλι από την Ασφάλεια για να πάω αυτή τη φορά στο τοπικό τμήμα, όπου μου ζήτησαν να πληρώσω το αντίτιμο της απαλλαγής. Όταν ρώτησα ‘και εάν δεν το πληρώσω δηλαδή θα υπηρετήσω;' δεν μου απάντησαν. Τελικά έλαβα ένα απολυτήριο χειρόγραφο που στη μέση της σελίδας χαρακωνόταν από μια κόκκινη ρίγα".
Μιλώντας με τον Β. Καραμανωλάκη για τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της προσωπικής ιστορίας και της μελέτης των φακέλων ως ιστορικού αρχείου, επισημαίνει:
"Έχουμε παραδείγματα σε ανατολικές χώρες, παράδειγμα την Ανατολική Γερμανία, όπου από τη μια υπήρξε όλη αυτή η λογική της παροχής αυτών των πληροφοριών, αλλά από την άλλη μεριά υπάρχουν και πάρα πολλές καταγγελίες για ανθρώπους που καταστράφηκαν γιατί θεωρήθηκαν χαφιέδες ενώ δεν ήταν, για ανθρώπους που χαλκεύτηκαν στοιχεία εναντίον τους. Άρα πραγματικά η χρήση τους είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό και θα πρέπει να γίνει με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή.
Και εδώ θα περιμένουμε γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχουμε ούτε το ΦΕΚ ούτε τίποτα για να δούμε τις ακριβείς λογικές του πώς θα γίνει ο χειρισμός τους. Αλλά ως αρχή πάνω στην οποία πατάμε, ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα της γνώσης, του πολίτη να ξέρει το παρελθόν του και παράλληλα στο τι θα μπορούσε να σημαίνει να θεσμοθετήσουμε αυτά τα αρχεία εξαρχής ως τα αρχεία που λένε την αλήθεια.
Μπορεί πολλά από αυτά τα πράγματα να είναι ψέματα, δεν μας διασφαλίζει κάτι ότι είναι αλήθεια και ψέματα. Μόνο η διασταύρωση θα μπορούσε να μας οδηγήσει. Αυτό το αρχείο παρέχει πληροφορίες που η αλήθειά τους μένει να ελεγχθεί".