Έφυγε πρόωρα στις 21 του Μάη από τη ζωή η Άννα Καφέτση (1955-2026), μια σπουδαία Ελληνίδα διανοούμενη, μια ακούραστη αγωνίστρια στην υπηρεσία της τέχνης και της μάχης για την υπεράσπιση -στη θεωρία και στην πράξη- των αξιών της τέχνης μέσα στην ιστορία και τη συγχώνευση των τεχνών μέσα στο σήμερα.
Ατενίζοντας τη συνολική μεγάλη προσφορά της, σίγουρα αυτό που θα μείνει ως το κατεξοχήν έργο της είναι ότι υπήρξε ιδρύτρια και βασική δημιουργός του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Χρειάστηκε σκληρή δουλειά χρόνων: για τη δημιουργία της πρώτης βασικής συλλογής με έργα σύγχρονων Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, για να βρεθούν οι πόροι, να υπάρξει το κτίριο, για να προγραμματιστούν και να υλοποιηθούν οι εκθεσιακοί χώροι, για να δουλέψουν μαζί αποτελεσματικά οι αρχιτέκτονες, μηχανικοί, ιστορικοί τέχνης. H Άννα Καφέτση χρειάστηκε μεγάλη επιμονή και θάρρος για να αναμετρηθεί με όλες τις αντιξοότητες, συμφέροντα εργολάβων και τραπεζών, πιέσεις χρόνου αλλά και ιδεολογικές αντιστάσεις πάνω σε αξίες της σύγχρονης τέχνης. Στήριγμα και δύναμή της για να αντιμετωπίσει αυτές τις δυσκολίες και τα σοβαρά δικά της προβλήματα υγείας ήταν η τεράστια ιστορική γνώση και η αγάπη της για τους καλλιτέχνες και το αντικείμενο της δουλειάς της.
Μετά από μακρόχρονες σπουδές πρώτα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και μετά στο Παρίσι όπου και πήρε το διδακτορικό της, η Άννα Καφέτση δούλεψε ως έφορος (1983-1999) στην Εθνική Πινακοθήκη στις συλλογές του 20ού αιώνα. Εκεί επιμελήθηκε σημαντικές εκθέσεις, όπως τις «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου», 1992, την ιστορική εμβληματική έκθεση «Ρωσική Πρωτοπορία-Η συλλογή Κωστάκη», 1995.
Το 1999 μετά από διαγωνισμό, που κήρυξε το ΥΠΠΟ, η Άννα Καφέτση κέρδισε παμψηφεί τη θέση διευθυντή του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα, το 2000 διορίστηκε ιδρυτική διευθύντρια του ΕΜΣΤ. Τότε αποφασίστηκε ως μόνιμη στέγη του Μουσείου το κτίριο ΦΙΞ στη Συγγρού, το περίφημο έργο του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, που είχε προηγουμένως δοθεί για ολική κατεδάφιση για χάρη του μετρό. Το μισό ΦΙΞ σώθηκε την τελευταία στιγμή χάρη στην κινητοποίηση αρχιτεκτόνων, φοιτητών, του ICOMOS και τριών αριστερών συμβούλων στο Δημοτικό Συμβούλιο Αθηναίων. Τον Οκτώβριο του 2000 ξεκίνησαν οι πρώτες εκθέσεις στο ισόγειο του κτηρίου, περίφημη αυτή «Γιάννης Τσαρούχης μεταξύ Ανατολής και Δύσης». Οι εκθέσεις του ΕΜΣΤ συνεχίστηκαν σε άλλους χώρους, όσο στο ΦΙΞ γίνονταν οικοδομικές εργασίες για τη διαμόρφωση του νέου Μουσείου. Θυμάμαι με συγκίνηση την έκθεση με έργα καινούργια και παλιά του Χρόνη Μπότσογλου στο Ωδείο Αθηνών. Θυμάμαι την πρώτη μεγάλη έκθεση στην Ελλάδα με έργα του Γιάννη Κουνέλλη σε αίθουσες του Μεγάρου Μουσικής. Θυμάμαι την έκθεση του 2005 «Ο μεγάλος περίπατος», όπου χαρήκαμε τα έργα σύγχρονης τέχνης στην Αθήνα γύρω από την Ακρόπολη να διαχέονται διάσπαρτα στον δημόσιο χώρο της πόλης σαν σε πανηγύρι.
Παράλληλα με τις εκθεσιακές δραστηριότητες, από το 2001 η Άννα Καφέτση δούλεψε ακατάπαυστα για 14 χρόνια προκειμένου να προωθηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες διαγωνισμών και μελετών για να πραγματοποιηθεί η διαμόρφωση των χώρων του Μουσείου. Επρόκειτο η ΒΙΟΤΕΡ να το παραδώσει έτοιμο το 2009, αθέτησε τη συμφωνία και κηρύχτηκε έκπτωτη. Η διεύθυνση του ΕΜΣΤ κατάφερε να κερδίσει το δικαστήριο, αλλά το 2013 παρά το ότι είχαν πια προχωρήσει οι μουσειολογικές μελέτες, μέσα στο Δ.Σ. του Μουσείου διαμορφώνεται κλίμα που εμποδίζει τις διαδικασίες για την ολοκλήρωση των έργων. Τελικά, οι μελέτες προωθήθηκαν στο Ίδρυμα Νιάρχος που αποφάσισε το 2014 να στηρίξει το ΕΜΣΤ με 3 εκατομμύρια ευρώ.
Ξαφνικά τον Νοέμβριο του 2014 ο υπουργός Πολιτισμού τής τότε κυβέρνησης Σαμαρά, για να επιβάλει εσπευσμένα εγκαίνια, ανακοίνωσε την απόλυση της διευθύντριας «για λόγους δημοσίου συμφέροντος». Ακολούθησε η κατακραυγή του κόσμου της Τέχνης, εκδηλώθηκε πλατιά συμπαράσταση σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο προς την Άννα Καφέτση με αίτημα την ακύρωση της απόφασης και την αποκατάστασή της στο ΕΜΣΤ. Η αποκατάσταση δεν έγινε δυστυχώς ούτε το 2015 από τους υπουργούς ΥΠΠΟ της νέας κυβέρνησης, παρά τα δημοσιεύματα και τις επίμονες προσπάθειες. Η Άννα Καφέτση επέστρεψε δικαιωματικά στην οργανική της θέση στην Εθνική Πινακοθήκη. Με υπουργική απόφαση το 2016 μετατέθηκε στο Μέγαρο Μουσικής για να αναλάβει ευθύνες σε εικαστικές δραστηριότητες. Το 2018 η υπουργός Πολιτισμού κήρυξε για πρώτη φορά ανοιχτό διαγωνισμό για διευθυντή του ΕΜΣΤ. Στον διαγωνισμό πήρε μέρος ανάμεσα και σε άλλους υποψήφιους η Άννα Καφέτση. Ο διαγωνισμός με ασαφή αιτιολόγηση κηρύχτηκε τελικά άγονος.
Η Άννα Καφέτση προώθησε για 10 χρόνια (2016-2026) νέα εικαστικά προγράμματα γεμάτα ποίηση στο Μέγαρο Μουσικής, αφού για τρεις φορές ανανεώθηκε από τη διοίκηση του Μεγάρου η σύμβασή της με τον Οργανισμό. Στον επικήδειο λόγο του ο πρόεδρος του Δ.Σ. του Μεγάρου Νίκος Πιμπλής ανέφερε «η Άννα Καφέτση εισήγαγε στο Μέγαρο Μουσικής το πρωτοποριακό πρόγραμμα annexM για τις σύγχρονες τέχνες που συνέβαλε σε νέο πεδίο συνάντησης με το ευρύ κοινό». Σε αυτά τα δέκα χρόνια η Άννα δούλεψε, όπως πάντα ήξερε, με αγάπη για την τέχνη και τους καλλιτέχνες, παλιότερους και νεότερους. Έκανε σημαντικές εικαστικές παραγωγές: «Ο κήπος βλέπει» στον κήπο του Μεγάρου, «Ο τελευταίος αναγνώστης», «Μετά τη Βαβέλ» και πολλές άλλες σημαντικές εκθέσεις σε χώρους του Μεγάρου κοντά στο γκαράζ. Στην κηδεία της μίλησαν επίσης ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Σιραγώ Τσιάρα, ο πρόεδρος του ΕΜΣΤ, από την οικογένεια η αγαπημένη της ανιψιά, ένα πανέμορφο ψηλόλιγνο κορίτσι που έμοιαζε σαν η Άννα μας να βρισκόταν εκεί.
Δεν θα ξεχαστεί η λεπτή φυσιογνωμία της Άννας με το μακρύ λεπτό πρόσωπο στεφανωμένο από τα πλούσια ασπρόμαυρα πια ίσια μαλλιά της και τα τρυφερά μάτια γεμάτα σκέψεις και φως. Όσο ήταν εύθραυστο το κορμί, ήταν μεγάλη η δύναμη και η θέληση του μυαλού, η τρυφερότητα των συναισθημάτων της, η ασίγαστη μνήμη για τον σύντροφό της Ανδρέα Μπελεζίνη, η αγάπη της για την ποίηση, τη μουσική, τα παιδιά, η ακούραστη προσμονή της για δικαιοσύνη σε τούτο τον κόσμο, η δίψα για βιβλία, ομορφιά και ταξίδια.
