Παρότι πολλά σχολεία δεν το έχουν εκμεταλλευτεί, υπάρχει πλέον και στην Ελλάδα μια γενιά που έχει βιώσει τις ανταλλαγές μαθητών του προγράμματος Erasmus - ό,τι καλύτερο δημιουργήθηκε για να οικοδομηθεί η Ευρώπη που θα θέλαμε. Ταξίδεψαν, απέκτησαν εμπειρίες, γνώρισαν διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα.
Πολλοί από εμάς, ως γονείς, ως φοιτητές, ως μαθητές, είδαμε με τα ματάκια μας πώς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το σχολικό ωράριο και η φροντίδα παιδιών είναι ενσωματωμένα στον σχεδιασμό της εργασιακής ζωής. Διαπιστώσαμε, λόγου χάρη, ότι στις σκανδιναβικές χώρες, αλλά και στην κεντρική Ευρώπη, το παιδί περνά μια «πλήρη ημέρα» σε ένα δημόσιο σύστημα που βασίζεται στη συνεχή ημερήσια φροντίδα του παιδιού και του εφήβου σε ένα οργανωμένο περιβάλλον το οποίο ξεκινά από νωρίς το πρωί στο σχολείο και συνεχίζεται σε δομές φύλαξης και -κυρίως αυτό- δραστηριοτήτων, αθλητικών και καλλιτεχνικών, δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. Και όλα αυτά σε ένα ωράριο τέτοιο που επιτρέπει στους γονείς να μεταβούν στην εργασία τους, αφού φύγει το παιδί για το σχολείο και να επιστρέψουν από τη δουλειά προτού επιστρέψουν τα παιδιά. Εννοείται πως αυτά τα συστήματα βασίζονται τόσο στην ενίσχυση των δημόσιων δομών με εκπαιδευτικούς και ειδικό προσωπικό, όσο και στη συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Αυτά τα πρότυπα, τα μοντέλα λειτουργίας, αποτελούν την πεμπτουσία αυτού που (θα έπρεπε να) είναι ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, το οποίο φροντίζει τόσο τις ανάγκες των εργαζόμενων όσο και την ανάπτυξη της νέας γενιάς σε ένα οργανωμένο κοινωνικό περιβάλλον, που υπερβαίνει τις κοινωνικές, μαθησιακές και ταξικές διαφορές, προσπαθώντας να διασφαλίσει μια κοινή αφετηρία για όλους - ασχέτως και πέραν της οικογενειακής τους προέλευσης και εμπειρίας.
Μια Πολιτεία που σέβεται τους πολίτες θα έπρεπε να προσαρμόσει το εργατικό της Δίκαιο και το εκπαιδευτικό της σύστημα σε αυτές τις ανάγκες· όχι να μας λέει πρωί μεσημέρι βράδυ πόσο η Ν.Δ. «είναι το κόμμα της οικογένειας, το κόμμα που αντιλαμβάνεται ότι όταν έχεις παιδιά έχεις πολύ περισσότερες οικονομικές ανάγκες» (Μητσοτάκης στο Ναύπλιο), έχοντας αποδιαρθρώσει μεθοδικά τον εργασιακό βίο και τα οικονομικά των πολλών για να δώσει διάφορα pass και μετά να παραπέμψει την αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων σε… «νταντάδες της γειτονιάς», που μυρίζουν συντηρητική ναφθαλίνη και μοιράζουν 300ευρα και 500ευρα στην ίδια πάντα επιδοματική λογική, αντί της ανακατανομής του πλούτου.
Τα παιδιά χρειάζονται σχολεία, κανονικά, πλούσια, καινοτόμα. Χρειάζονται άθληση και τέχνη, μέσα από δημόσιες κοινωνικές δομές. Χρειάζονται φίλους, σε ένα περιβάλλον συνομηλίκων με εκπαιδευμένους παιδαγωγούς και ναι, σε αυτό το πλαίσιο, να ακούνε πού και πού και κανένα παραμύθι, καμιά πραγματική ιστορία από γιαγιάδες και παππούδες, που δεν μπορούν -ούτε πρέπει- να υποκαταστήσουν τους παιδαγωγούς. Τα παιδιά χρειάζονται ζωντανές γειτονιές κι ένα κράτος συμπαραστάτη· όχι νταντά, που μας κάνει «ντα».
