Live τώρα    
Η πολιτική «σταθερότητα» των πλεονασμάτων και η καθημερινότητα της στέρησης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η πολιτική «σταθερότητα» των πλεονασμάτων και η καθημερινότητα της στέρησης

Υπάρχει μια επίσημη αφήγηση που επαναλαμβάνεται με συνέπεια, ότι δηλαδή η οικονομία σταθεροποιείται, τα δημόσια οικονομικά βελτιώνονται και το χρέος μειώνεται. Ο κ. Στουρνάρας το περιγράφει με αριθμούς, όπως ανάπτυξη στο 1,9% το 2026, πληθωρισμός στο 3,1%, πρωτογενή πλεονάσματα που φτάνουν ή και ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ, ακόμη και 4,4% για το 2025. Μια εικόνα «νοικοκυρεμένη» και σχεδόν υποδειγματική.

Κατά την ομιλία του στην ετήσια Γενική Συνέλευση της ΤτΕ ο κ. Στουρνάρας ανέφερε χαρακτηριστικά: «Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας. Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων». Αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή βρίσκεται στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ρεύματος. Εκεί όπου η αγοραστική δύναμη διαβρώνεται καθημερινά. Γιατί όταν ο πληθωρισμός επιμένει στο 3% και οι βασικές δαπάνες αυξάνονται ταχύτερα, κάθε ονομαστική αύξηση μισθού εξανεμίζεται πριν καν γίνει αισθητή. Η κατανάλωση «μαλακώνει», αλλά από ανάγκη. Όσον αφορά τον πληθωρισμό, ανέφερε ότι εκτιμάται αύξηση στο 3,1% το 2026 , ενώ τα δημοσιονομικά μεγέθη θα παραμείνουν υγιή με πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 3,2% του ΑΕΠ και συνέχιση της πτωτικής πορείας του δημόσιου χρέους. Και εδώ αποκαλύπτεται η αντίφαση: η ίδια πολιτική που παράγει τα πλεονάσματα είναι αυτή που περιορίζει την ανακούφιση της κοινωνίας. Τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι ουδέτεροι αριθμοί αλλά το αποτέλεσμα μιας συνειδητής συμπίεσης δαπανών και διατήρησης υψηλών φορολογικών βαρών. Για να «βγαίνουν τα νούμερα» της κυβέρνησης, δεν βγαίνει ο μήνας των πολιτών.

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι πέρα από τις επίσημες εκτιμήσεις για πληθωρισμό στο 3,1% το 2026, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις, θεωρώντας πιθανό το ενδεχόμενο ο πληθωρισμός να αποδειχθεί τελικά υψηλότερος λόγω της επίμονης ακρίβειας στην ενέργεια και στις βασικές υπηρεσίες. Αν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, τότε η πίεση στα νοικοκυριά θα ενταθεί ακόμη περισσότερο, καθώς το ήδη συμπιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα δεχτεί νέο πλήγμα. Σε μια τέτοια εξέλιξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν θα είναι απλώς αποτέλεσμα δημοσιονομικής «υπευθυνότητας» αλλά θα προκύψουν ξανά μέσα από τον περιορισμό της κατανάλωσης, τη συγκράτηση δαπανών και, τελικά, τη συνεχιζόμενη στέρηση και φτωχοποίηση της κοινωνικής πλειονότητας. Διότι η δημοσιονομική ισορροπία που απαιτεί η πολιτική τους «σταθερότητα» οικοδομείται πάνω στη φτωχοποίηση των πολιτών και όχι στην πραγματική βελτίωση της καθημερινότητάς τους. Η «σταθερότητα» που προβάλλεται, λοιπόν, έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, που είναι πειθαρχία για τους πολλούς, ασφάλεια για τους δείκτες, πολλά λεφτά για τους «δικούς τους». Όταν το κράτος επιτυγχάνει πλεόνασμα 0,2% στο συνολικό αποτέλεσμα και μειώνει το χρέος στο 137,7% του ΑΕΠ, το κάνει χωρίς να λύνει το βασικό πρόβλημα, ότι η καθημερινότητα όχι μόνο παραμένει ακριβή, αλλά κάθε μέρα γίνεται ακριβότερη και οι αντοχές των πολιτών περιορισμένες. Ακόμη και η παραδοχή ότι η κατανάλωση θα είναι «πιο ήπια» αποτελεί έμμεση ομολογία ότι η οικονομία δεν φρενάρει επειδή ωριμάζει αλλά επειδή οι πολίτες δεν μπορούν να στηρίξουν την ανάπτυξη με το εισόδημά τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο όπου η χαμηλή αγοραστική δύναμη περιορίζει την ανάπτυξη και η χαμηλή ανάπτυξη δικαιολογεί τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής. Την ίδια στιγμή, οι συστάσεις για «στοχευμένα» και προσωρινά μέτρα στήριξης επιβεβαιώνουν το αρχικό πλαίσιο, που είναι καμία ουσιαστική αναδιανομή, καμία μόνιμη ενίσχυση. Μόνο παρεμβάσεις (επιδόματα) περιορισμένης εμβέλειας, ώστε να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία. Ενώ, δηλαδή, θησαυρίζουν τα δημόσια ταμεία από την ακρίβεια με τον υψηλό ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους, πετάνε και κάποιο επίδομα ελεημοσύνης που πηγαίνει στην ενίσχυση των υπερκερδών των καρτέλ που είναι σε κάθε τομέα της οικονομίας.

Ποιας κοινωνίας η ισορροπία διασφαλίζεται; Γιατί αν η σταθερότητα σημαίνει διαρκή πλεονάσματα και τα πλεονάσματα σημαίνουν διαρκή πίεση στο εισόδημα, τότε η εικόνα ξεκαθαρίζει. Δεν πρόκειται για μια μεταβατική φάση. Πρόκειται για ένα μοντέλο όπου η ευημερία των αριθμών προηγείται και η ευημερία των ανθρώπων ακολουθεί - αν ακολουθήσει ποτέ. Σε αυτό το πλαίσιο, η αγοραστική δύναμη δεν είναι απλώς ένας δείκτης. Είναι το μέτρο της πραγματικής οικονομίας. Και σήμερα αυτό το μέτρο δείχνει ξεκάθαρα ότι πίσω από τη «σταθερότητα» υπάρχει μια κοινωνία που μαθαίνει να ζει με λιγότερα μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο «φθηνή» σε όλα. Βέβαια, η πλειονότητα της κοινωνίας είναι αυτή που φτωχοποιείται, σε αντίθεση με το 20% το οποίο κερδίζει, θα κερδίζει εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Ένα 20% το οποίο θα παλεύει με νύχια και με δόντια για τη διατήρηση της τωρινής διακυβέρνησης. Το υπόλοιπο 80%;

 

* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0