Στο τεύχος 73 είχε δημοσιευτεί το άρθρο “Η επιστήμη ως θεραπεία του προπατορικού αμαρτήματος”. Σε εκείνο το κείμενο το βασικό επιχείρημα ήταν πως οι νέες επιστημονικές μέθοδοι, οι οποίες αναπτύχθηκαν κατά τον 17ο αιώνα, είχαν στόχο, μεταξύ άλλων, να θεραπεύσουν τον άνθρωπο από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος. Επιστρέφουμε σε αυτό το άρθρο, για να θέσουμε ένα επιπλέον ερώτημα: Γιατί θεωρούμε ότι η έννοια της προόδου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της επιστήμης;
Ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και να θυμηθούμε πώς συνέδεαν το προπατορικό αμάρτημα οι διανοητές του 17ου αιώνα με τη μελέτη της φύσης. Πριν την πτώση από τον Παράδεισο, σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία, ο Αδάμ ήταν ικανός να αντιλαμβάνεται άμεσα τη φύση όλων των πραγμάτων. Οι αισθήσεις του ήταν τέλειες και μπορούσε να δει ή να ακούσει όσο μακριά ή κοντά ήθελε. Λέγεται, μάλιστα, ότι η γλώσσα που μιλούσε είχε τέτοια δύναμη, ώστε μπορούσε να περιγράψει με απόλυτη ακρίβεια τη φύση ενός πράγματος ή πλάσματος. Ως συνέπεια της πτώσης, αυτή η γνώση χάθηκε και οι δυνάμεις του νου (νόημα, φαντασία, λογική, κατανόηση, ευφυΐα και ηθική ευθυκρισία) διεφθάρησαν από την αμαρτία. Πλέον, ο νους και οι αισθήσεις δεν μπορούσαν να διακρίνουν την αλήθεια στη φύση. Πώς θα μπορούσε, επομένως, ο άνθρωπος να ανακτήσει αυτές τις ικανότητες; Η απάντηση ήταν σαφής.
Η ανάκτηση των χαμένων ικανοτήτων μπορούσε να επιτευχθεί, μόνο αν ο άνθρωπος ζούσε μια ηθική ζωή, σύμφωνα με τις διδαχές του Χριστιανισμού, και καλλιεργούσε τη γνώση και τη σοφία του. Ως προς το κομμάτι της γνώσης, τον κρίσιμο ρόλο θα έπαιζε η νέα επιστήμη που είχε στο επίκεντρό της την πειραματική μέθοδο, την κατασκευή νέων οργάνων και τα μαθηματικά. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί διανοητές της περιόδου εκείνης έβλεπαν στο τηλεσκόπιο, στο μικροσκόπιο, στην αντλία κενού, στο βαρόμετρο και άλλα όργανα τα μέσα, με τα οποία θα ανακτούσε ο άνθρωπος τις χαμένες δυνάμεις που είχε στον Παράδεισο. Ένα τηλεσκόπιο ή ένα μικροσκόπιο, για παράδειγμα, έδινε τη δύναμη να βλέπει πολύ μακριά ή πολύ κοντά, όπως έβλεπε και ο Αδάμ. Η επιστροφή στον Παράδεισο περνούσε μέσα από την κατάκτηση της γνώσης.
Οι φυσικοί φιλόσοφοι του 17ου αιώνα μελετούσαν τη φύση για να κατανοήσουν τον ρόλο του Θεού στον κόσμο. Ήταν βαθιά πεπεισμένοι για τον ερχομό της Δευτέρας Παρουσίας και θεωρούσαν ότι πρέπει να είναι έτοιμη η ανθρωπότητα για εκείνη τη μέρα. Η πρόοδος, επομένως, ήταν στενά συνδεδεμένη με μια κοσμοαντίληψη που υποστήριζε ότι η επίγεια ζωή δεν ήταν παρά η διαδρομή προς το τέλος και την ολοκλήρωση της ιστορίας. Ο άνθρωπος θεωρούσε ότι οφείλει να προοδεύει για να είναι έτοιμος όταν θα έρθει το τέλος. Ομοίως, έπρεπε να φροντίζει την ψυχή του και να καλλιεργεί τις ηθικές αρετές του, ώστε την ώρα της τελικής κρίσης να είναι άξιος να επιστρέψει στον Παράδεισο. Η πρόοδος, δηλαδή, δεν ήταν μια έννοια που αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τη γνώση για τη φύση. Ήταν μια έννοια που αναφερόταν και στη στάση ζωής των ανθρώπων. Αυτό που συναντάμε, επομένως, ήταν η βαθιά πεποίθηση ότι ο άνθρωπος γίνεται καλύτερος και προοδεύει μόνο αν εκπαιδεύεται διαρκώς, τόσο ηθικά όσο και γνωστικά.
Για αρκετούς αιώνες, επομένως, βλέπουμε ότι η καλλιέργεια της ηθικής και της γνώσης δεν αποτελούσαν μέρος μιας διαφορετικής συζήτησης. Όταν κάποιος/α γνωρίζει μέσω εκπαίδευσης το αγαθό, τότε γνωρίζει ότι πρέπει και να το πράξει, εφόσον θέλει να πάει στον Παράδεισο. Αυτή η σύμπλευση ηθικής και γνώσης τερματίστηκε τους τελευταίους τρεις αιώνες λόγω της διάκρισης επιστήμης και θρησκείας αλλά αυτή η συζήτηση υπερβαίνει το πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Το κρίσιμο είναι ότι η επιστήμη δεν προϋποθέτει μια συγκεκριμένη ηθική στάση από όσους και όσες τη θεραπεύουν. Μπορεί κανείς να είναι εξαιρετικός επιστήμονας αλλά να μην διάγει έναν ηθικό βίο. Σε αυτό το πλαίσιο, τι συμβαίνει με την έννοια της προόδου; Ενδεχομένως να ακουστεί υπερβολικό αλλά η πρόοδος απλώς ξέμεινε. Είναι μια έννοια που στερείται σκοπού ή, αν θέλουμε να είμαστε κάπως πιο αισιόδοξοι, μια έννοια που πρέπει να την επαναπροσδιορίσουμε. Το μόνο σίγουρο είναι πως για τη σύγχρονη επιστήμη η Δευτέρα Παρουσία δεν είναι σκοπός. Η πρόοδος, επομένως, της επιστήμης δεν έχει τον σκοπό που κάποτε είχε.
Αυτή η σύντομη ιστορικοποίηση της έννοιας της προόδου μας βοηθάει να κατανοήσουμε ότι οι αξίες, που θεωρούμε ότι είναι εγγενείς στις πρακτικές μας, μπορεί να προέκυψαν σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από το δικό μας. Θα αναρωτηθεί κανείς: Ωραία, και τι σημαίνει αυτό, ότι η επιστήμη δεν οδηγεί τις κοινωνίες στην πρόοδο; Πριν απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, το σημαντικό είναι να απαντήσουμε σε δύο άλλα: Τι συνιστά πρόοδο για μια κοινωνία; Μπορούμε να έχουμε ουσιαστική πρόοδο, αν ο στόχος μας είναι αποκλειστικά και μόνο η απόκτηση ολοένα και μεγαλύτερου σώματος γνώσης; Η ιστορία της σύμπλευσης ηθικής και γνώσης θα μπορούσε να είναι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όχι προφανώς για να επαναφέρουμε το χριστιανικό πλαίσιο του 17ου αιώνα αλλά για να επινοήσουμε ένα νέο, όπου η πρόοδος δεν θα είναι το απολίθωμα μιας άλλης εποχής. Όσο για το δεύτερο ερώτημα, αρκεί να πούμε ότι η συσσώρευση πληροφορίας δεν μας κάνει σοφότερους ούτε καλύτερους ανθρώπους απαραίτητα. Για να γίνει αυτό, απαιτείται και μια ηθική στάση απέναντι στους άλλους και στους εαυτούς μας. Και αυτή είναι και μια βαθιά πολιτική στάση, όπως και η συνειδητοποίηση ότι η πρόοδος δεν είναι αναπόφευκτη αλλά διαρκώς διαπραγματεύσιμη.