Του Serge Halimi*
Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου, στο Μόμπιλ της Αλαμπάμα. Η ετήσια συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος διεξάγεται στη μεγάλη αίθουσα ενός συνεδριακού κέντρου τρεις ημέρες πριν από τη διεξαγωγή προκριματικών εκλογών σε αρκετές πολιτείες του Νότου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στη συνεδρίαση συμμετέχουν εκατοντάδες μεσαία και υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος. Όμως, ευκολότερα συναντάει κανείς έναν μαύρο ρεπουμπλικανό αιρετό της τοπικής αυτοδιοίκησης παρά έναν οπαδό του Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται δε για μια εντελώς παράδοξη κατάσταση, αν σκεφθεί κανείς ότι, αφενός, ο Νεοϋορκέζος δισεκατομμυριούχος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην πολιτεία -θα το αποδείξει άλλωστε τρεις ημέρες αργότερα υπερισχύοντας των εσωκομματικών του αντιπάλων με μεγάλη διαφορά- και, αφετέρου, ότι εκεί η συντριπτική πλειονότητα των στελεχών του κόμματος των Ρεπουμπλικανών είναι λευκοί.
Το όνομα του Τραμπ δεν ακούστηκε ούτε μια φορά από το στόμα των ομιλητών που ανέβηκαν στο βήμα. Βέβαια, κάθε φορά που πραγματοποιούνται προκριματικές εκλογές, πάντα υπάρχουν ένας ή δύο υποψήφιοι για τους οποίους τα στελέχη του κόμματος δεν τρέφουν καμία εκτίμηση. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να στρατευθεί κανείς στην προεκλογική εκστρατεία ενός ατόμου τόσο αντιπαθητικού όσο ο Τεντ Κρουζ, γερουσιαστή του Τέξας και κυριότερου αντιπάλου του Τραμπ; Σχεδόν κανένας από τους συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο δεν το έχει κατορθώσει.
Ωστόσο, στην περίπτωση του Τραμπ, πρόκειται για κάτι το εντελώς διαφορετικό, γι' αυτό που τα εγχειρίδια του μάρκετινγκ αποκαλούν απόκτηση του ελέγχου μιας επιχείρησης με επιθετικό τρόπο. Πράγματι, πολλοί Ρεπουμπλικανοί, και μεταξύ αυτών η συντριπτική πλειονότητα των στελεχών του κόμματος που έχουν εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα, υποπτεύονται ότι το μοναδικό ιδεολογικό εφόδιο του Τραμπ είναι ο αχαλίνωτος ναρκισσισμός του και οι αυταρχικές του παρορμήσεις. Ή ότι ενδιαφέρεται λιγότερο για το ιστορικό «κόμμα του Λίνκολν και του Ρήγκαν» και περισσότερο για τη φήμη των πολυτελών ξενοδοχείων του ή της μάρκας της βότκας του.
Έτσι αυτό το Σάββατο στο Μόμπιλ τα στελέχη των Ρεπουμπλικανών επιδίδονται σε μια πιθανότατα απέλπιδα προσπάθεια, της οποίας σε κάθε περίπτωση το μέλλον είναι εξαιρετικά αβέβαιο: επανεπιβεβαιώνουν με ηλεκτρονική ψηφοφορία τις θεμελιώδεις αρχές του κόμματός τους, αν και φοβούνται ότι πολύ σύντομα ο Τραμπ θα τις μετατρέψει σε κομφετί.
Το 76% ζητούν να είναι «κλειστές» οι επόμενες προκριματικές εκλογές της Αλαμπάμα, δηλαδή να έχουν δικαίωμα ψήφου σε αυτές μονάχα οι ψηφοφόροι του κόμματος (οι φετινές προκριματικές εκλογές ήταν «ανοιχτές»).
Ο στόχος τους είναι προφανής: να μπουν, το 2020, εμπόδια στον δρόμο τυχόν «ανορθόδοξων» Ρεπουμπλικανών υποψηφίων όπως ο Τραμπ, οι οποίοι προσελκύουν στις κάλπες των προκριματικών και πολλούς Δημοκρατικούς ή ανένταχτους ψηφοφόρους. Στην περίπτωση που το μήνυμα δεν θα ήταν αρκετά ξεκάθαρο για τον Τραμπ, ο οποίος είναι μεταξύ άλλων ιδιοκτήτης αρκετών καζίνων, ένα άλλο ψήφισμα αποδοκιμάζει «κάθε μορφή στοιχήματος σε τυχερά παιχνίδια» στην πολιτεία της Αλαμπάμα.
Το υπόλοιπο πρόγραμμα της συνάντησης έχει πιο κλασικό χαρακτήρα: καταγγελία του «καταστροφικού προγράμματος του Μπάρακ Ομπάμα και της Χίλαρι Κλίντον», υπενθύμιση του γεγονότος ότι το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ισορροπία στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκ νέου απαίτηση για περιορισμό του δικαιώματος στην έκτρωση, επανεπιβεβαίωση της άρνησης να ληφθούν μέτρα για τον έλεγχο της κατοχής πυροβόλων όπλων.
Στην είσοδο της αίθουσας αρκετά τραπέζια και μεγάλες αφίσες προβάλλουν τους υποψήφιους του κόμματος, οι οποίοι συνεχίζουν τον προεκλογικό αγώνα για την εξασφάλιση του χρίσματος (Τεντ Κρουζ, Μάρκο Ρούμπιο, Τζον Κέισιτς, Μπεν Κάρσον) και μοιράζουν το προεκλογικό υλικό τους: κονκάρδες, αφίσες... Καμία όμως παρουσία των υποστηρικτών του Τραμπ. Απ' ό,τι φαίνεται, το μαύρο πρόβατο του κόμματος από τη Νέα Υόρκη έχει ελάχιστους υποστηρικτές ανάμεσα στα στελέχη των Ρεπουμπλικανών τα οποία προβλέπουν την καταστροφή.
Αν συντριβεί τον Νοέμβριο... Αλλά, κι αν παρ' όλα αυτά εκλεγεί...
Βέβαια, οι εκδηλώσεις αντιπάθειας προς το πρόσωπό του μειώνονται αισθητά όταν επιτίθεται στους μουσουλμάνους. Μάλιστα, η υπ' αριθμόν 2016-06 πρόταση ψηφίσματος προτείνει να αρνηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες τη χορήγηση ασύλου σε «όλους τους πρόσφυγες που προέρχονται από χώρες που έχουν δεσμούς με το ριζοσπαστικό ισλάμ». Ένα στέλεχος του κόμματος δηλώνει υπερασπιζόμενος το ψήφισμα: «Έχουμε την εντύπωση ότι η μισή υφήλιος θέλει να έρθει εδώ και να σκοτώνει Αμερικανούς». Η εντύπωσή του, όπως εξάλλου και η ασάφεια του ψηφίσματος που υποστηρίζει, προδίδει μια πολύ θολή και ατελή γνώση της διεθνούς πολιτικής. Το εν λόγω ψήφισμα απορρίφθηκε, με ελάχιστη όμως διαφορά.
Κατά τη διάρκεια του δείπνου που ακολουθεί -η κουζίνα είναι κακής ποιότητας παρά το γεγονός ότι το δείπνο κοστίζει 150 δολάρια- τα δύο τρίτα των σερβιτόρων είναι μαύροι, ενώ το 98% των συνδαιτυμόνων είναι λευκοί. Εδώ καθένας από τους υποψήφιους για το χρίσμα έχει στείλει τον εκπρόσωπό του. Ο Κάρσον εκπροσωπείται από τον γιο του. Επιτιθέμενος έμμεσα στον Τραμπ (τον οποίο ωστόσο ο πατέρας του θα αποφασίσει να υποστηρίξει δεκατρείς ημέρες αργότερα), αρχίζει τον λόγο του με μια βιβλική ρήση: «Να φυλάγεστε από τους ψευδοπροφήτες».
Ο εκπρόσωπος του Κρουζ υιοθετεί το ίδιο ρεπερτόριο. Αλλά, για να τονίσει την ιδεολογική συνέπεια του υποψήφιου που υποστηρίζει, δηλώνει: «Θα κριθείτε από τους καρπούς των πράξεών σας». Από την πλευρά του ο απεσταλμένος του Ρούμπιο είναι μια σημαντική προσωπικότητα, ο Ρικ Σαντόρουμ, ιδιαίτερα δημοφιλής στους ευαγγελικούς κύκλους. Ήταν κι αυτός υποψήφιος στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών το 2012 και μάλιστα είχε κερδίσει στην πολιτεία της Αλαμπάμα. Στη συνέχεια ένας αιρετός του κόμματος, ο οποίος απ' ό,τι φαίνεται είναι ελάχιστα γνωστός στην ομήγυρη, υπερασπίζεται την υποψηφιότητα του Τραμπ: «Το καλύτερο στοιχείο του είναι ότι διασκεδάζει τις μάζες».
Θα κατορθώσει άραγε το απίστευτο κύμα απέχθειας που πυροδοτούν ο Ομπάμα και η Κλίντον στα στελέχη των Ρεπουμπλικανών να τους κάνει να ξεπεράσουν τη δυσπιστία που τους προκαλεί ο Τραμπ; Σύμφωνα με τον Βον Πόε -πρόεδρο της οργάνωσης του κόμματος σε μια από τις κομητείες της Αλαμπάμα, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει και την ιδιαιτερότητα ότι είναι μαύρος- κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο. Κατά τη γνώμη του, η δημοφιλία του Νεοϋορκέζου μεγαλοεργολάβου αποδεικνύει τη δύναμη του συνδυασμού των ριάλιτι σόου και του εξτρεμισμού, η οποία επηρεάζει το αμερικανικό εκλογικό σώμα.
Πρόκειται για κάτι που τον ανησυχεί σε εξαιρετικό μεγάλο βαθμό: «Κι ο Χίτλερ ήταν δημοφιλής. Πώς όμως κατέληξαν όλα αυτά; Αν ο Τραμπ είναι ο υποψήφιός μας, εγώ θα βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση. Να ψηφίσω γι' αυτόν; Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα στη χώρα μου». Ένας καθηγητής, ο οποίος διδάσκει ασφάλεια συστημάτων πληροφορικής στο πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, συμπληρώνει: «Όταν ένα άτομο διαθέτει εγκέφαλο, ο Τραμπ δεν περιλαμβάνεται στις επιλογές του».
Ωστόσο, το χειρότερο θα το ακούσουμε στη συνέχεια: «Ο Τραμπ δεν είναι ρεπουμπλικανός, είναι Δημοκρατικός. Ο Τραμπ δεν μπορεί να κοροϊδέψει τους πραγματικούς συντηρητικούς. Ο τύπος είναι επιχειρηματίας, κλείνει επιχειρηματικές συμφωνίες, αυτή είναι η δουλειά του. Δεν θα εκπλαγώ καθόλου εάν στα μέσα Σεπτεμβρίου (σ.σ.: δηλαδή την περίοδο που οι υποψήφιοι των δύο μεγάλων πολιτικών σχηματισμών έχουν ήδη λάβει το χρίσμα του κόμματός τους) αποφασίσει να γίνει ο νούμερο δύο της Χίλαρι. Σε αυτήν την περίπτωση, το κόμμα μας δεν θα έχει τον χρόνο να διαλέξει έναν άλλο υποψήφιο».
Όσο κι αν εκπλήσσει μια τέτοια αλλόκοτη θεωρία πολιτικής συνωμοσίας, πολλοί Ρεπουμπλικανοί οι οποίοι ανησυχούν για την ασυνήθιστη πολιτική διαδρομή του Τραμπ και για τις θέσεις του, οι οποίες συχνά είναι εντελώς αντίθετες από την κομματική ορθοδοξία, δεν ξεχνούν ποτέ το γεγονός ότι είχε καλέσει τη Χίλαρι Κλίντον στον τρίτο γάμο του.
Αυτά τα γεμάτα καχυποψία αναμασήματα δεν τα συναντάει κανείς μόνο ανάμεσα σε θυμωμένα στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε μέλη της βάσης του κόμματος εξαγριωμένα από τα ρεπορτάζ του Fox News, από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι από τις θεωρίες συνωμοσίας. Στις 16 Μαρτίου, στην Αριζόνα, ο Τεντ Κρουζ κατηγόρησε τα μέσα ενημέρωσης, «τα οποία ελέγχονται σχεδόν όλα από τους οπαδούς της Αριστεράς», ότι «κάνουν τα πάντα για να επιλέξουμε τον Ντόναλντ, μια και γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι ο μοναδικός υποψήφιος πάνω στη Γη τον οποίο θα κατόρθωνε να νικήσει η Χίλαρι Κλίντον».
Η Μπάρμπαρα Πρίστερ είναι μέλος της εκτελεστικής γραμματείας του κόμματος. Η αειθαλής ογδοντάρα είναι στρατευμένη στους Ρεπουμπλικανούς από τα νιάτα της, σε μια πολιτεία που κυβερνήθηκε επί 136 χρόνια από τους Δημοκρατικούς (1874-2010), για να μετατραπεί στη συνέχεια σε μια από τις πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη. Η Πρίστερ γνώρισε και πολέμησε τον Δημοκρατικό κυβερνήτη Τζορτζ Ουάλας, έναν γραφικό πολιτικό με τον οποίο συχνά παρομοιάζουν τον Τραμπ. Οι λόγοι του ενάντια στο κατεστημένο και τους διανοούμενους, η ρατσιστική δημαγωγία του και η βίαιη καταστολή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα έχουν σημαδέψει βαθιά τη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.
Ο Ουάλας, ο οποίος είχε θέσει τέσσερις φορές υποψηφιότητα για το χρίσμα στις προεδρικές εκλογές, παρουσιάστηκε, το 1968, ως ανεξάρτητος υποψήφιος υπερισχύοντας σε πέντε πολιτείες του Νότου (μεταξύ των οποίων και η Αλαμπάμα) με ποσοστό 66%. Η επίδοσή του καθίσταται ακόμα περισσότερο εντυπωσιακή από το γεγονός ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο ιδιαίτερα ισχυρούς αντιπάλους, τον Ρίτσαρντ Νίξον (ο οποίος τελικά εξελέγη) και τον Δημοκρατικό αντιπρόεδρο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ.
Συχνά ομάδες διαφωνούντων παρενέβαιναν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις συγκεντρώσεις του Τραμπ. Ο Ουάλας αντιμετώπιζε τους ταραξίες λέγοντάς τους να πάνε να πλυθούν ή να ξυριστούν. Κι όταν ήταν στα κέφια του, τους πρότεινε να έρθουν για να τους «βάλει ένα αυτόγραφο στα σανδάλια τους». Κι όταν κατά τη διάρκεια της τρίτης υποψηφιότητάς του για τον Λευκό Οίκο μια απόπειρα ανθρωποκτονίας τον καθήλωσε σε αναπηρικό καρότσι, αυτό δεν τον εμπόδισε να παραμείνει κυβερνήτης της πολιτείας του επί τέσσερις θητείες.
Η Αν Μπένετ -κόρη της Πρίστερ και μέλος επίσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, όπως κι ο άντρας της Κέβιν (και οι δύο είχαν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο πολιτειακό συνέδριο του κόμματος το 2012)- θεωρεί ότι «η δύναμη του Ουάλας οφειλόταν στο ότι εξέφραζε έναν νικημένο λαό, τον λαό του Νότου. Αυτό ακριβώς εξηγεί και την ισχύ του Τραμπ σήμερα. Νικηθήκαμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, νικηθήκαμε κι από την οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους. Έτσι ο κόσμος είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί τον οποιονδήποτε θα του υποσχεθεί ότι θα ανταποδίδει τα πλήγματα που δεχόμαστε».
Ένας λαός νικημένος εξαιτίας της υπερβολικά αδύναμης ηγεσίας του, αυτό ακριβώς είναι ένα από τα θέματα που κυριαρχούν στη σκέψη του Τραμπ. Γιατί, πέρα από τον ναρκισσισμό που αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό του και τον παρακινεί να θέλει να «κερδίσει» (αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα του ρήματα) όλες τις μάχες στις οποίες ρίχνεται και φυσικά και την προεδρία, ο αυταρχικός εθνικισμός έχει μετατραπεί στην πυξίδα που καθοδηγεί τα βήματά του.
Κι όσο κι αν όλα αυτά είναι σήμερα της μόδας, ο Τραμπ τα εξέφραζε εδώ και περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια σε μια μακρά συνέντευξη που παραχώρησε στο «Playboy».1 Μίλησε με περιφρόνηση για τους προέδρους των δύο υπερδυνάμεων εκείνης της εποχής, τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο και τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.
Στον πρώτο ο Τραμπ προσήπτε την αδυναμία και τη μαλθακότητα που επεδείκνυε απέναντι στους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών (κυρίως την Ιαπωνία, τη Γερμανία και τις χώρες του Κόλπου), οι οποίοι, τη στιγμή που προστατεύονται δωρεάν από τον αμερικανικό στρατό, επιδίδονται σε έναν ξέφρενο εμπορικό ανταγωνισμό εναντίον του επικυρίαρχου ηγεμόνα τους. Όσον αφορά δε τον σοβιετικό ηγέτη, έκανε την εξής πρόβλεψη: «Προβλέπω ότι θα ανατραπεί επειδή είναι εξαιρετικά αδύναμος».
Τον Μάρτιο του 1990, τον Ρόναλντ Ρήγκαν είχε διαδεχτεί στον Λευκό Οίκο ένας ρεπουμπλικανός. Ωστόσο, ο Τραμπ θεωρούσε ήδη ότι οι ηγέτες όλου του πλανήτη «δεν μας σέβονται καθόλου», «γελούν με την ηλιθιότητά μας» και «μας πατάνε τον κάλο». Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπήκε τώρα στην αρένα της πολιτικής, για να «αποκαταστήσει το μεγαλείο της Αμερικής» αγωνιζόμενος ενάντια στις συμφωνίες για το ελεύθερο εμπόριο και κατασκευάζοντας ένα οχυρωμένο τείχος κατά μήκος των νότιων συνόρων της χώρας.
Εν τω μεταξύ υποτίθεται ότι η Κίνα και το Μεξικό έχουν προστεθεί στον κατάλογο των κρατών που εκμεταλλεύονται τη μωροπιστία της Ουάσιγκτον, η οποία έχει μετατραπεί σε αγελάδα την οποία αρμέγει ολόκληρος ο πλανήτης.
Στην περίπτωση του Ουάλας η Πρίστερ γνώρισε έναν πολιτικό ο οποίος φόρτωνε τα περισσότερα από τα προβλήματα της χώρας στον πολιτικό κόσμο, τον οποίο κατηγορούσε ότι προστατεύει τις μειονότητες, τους ξένους και τους εγκληματίες. Θυμάται επίσης ότι ήταν ειδικός στη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης, ότι κατηγορούσε διαρκώς τους δημοσιογράφους και ότι είχε αυτοανακηρυχθεί σε εκπρόσωπο του μέσου πολίτη. Ακόμα μιλούσε με εξαιρετικά χοντροκομμένο τρόπο και υπερασπιζόταν τις ιδέες του, όποιο κι αν ήταν το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει.
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι τώρα εξαιρετικά δύσπιστη απέναντι στον Τραμπ. Όπως η κόρη της και ο γαμπρός της, συμβουλευόταν συχνά τις δημοσκοπήσεις για να προσανατολίσει τους γείτονές της και τους ενορίτες της προς τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο που είχε τις περισσότερες πιθανότητες να νικήσει τον Τραμπ. Και οι τρεις τους δίσταζαν μεταξύ του Ρούμπιο και του Κρουζ, για να καταλήξουν τελικά στον τελευταίο. Μάταια όμως...2
Για το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του ζεύγους Μπένετ, ο Τραμπ είναι το πλέον ξένο σώμα το οποίο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Η Αν είναι ιδιοκτήτρια μιας παλιάς φυτείας 8.000 στρεμμάτων στο Όμπερν, μια μικρή πόλη γνωστή για το πανεπιστήμιό της. Ο άντρας της διαχειρίζεται το κτήμα και οργανώνει κυνήγια ελαφιού. Η πίστη τους στο δόγμα των Βαπτιστών κατευθύνει την ύπαρξή τους και ρυθμίζει μεγάλο μέρος της ζωής τους. Κατά τη γνώμη τους, η πολιτική απαιτεί ικανότητα και πείρα.
Οι Μπένετ είναι ευγενικοί και δεν υψώνουν ποτέ τον τόνο της φωνής τους. Υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, όπως στην εποχή του Τζέφερσον, και να σέβεται απόλυτα τη δέκατη τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος,3 την τοπική εξουσία και τις παραδόσεις των αγροτικών περιοχών του Νότου. Και ξαφνικά καταφθάνει απρόσκλητος στην ηγεσία του κόμματος ένας διαζευγμένος δισεκατομμυριούχος που επιδεικνύει την ιδιωτική του ζωή στα σκανδαλοθηρικά έντυπα και κάνει φιγούρα ανεβασμένος σε ένα ρινγκ του κατς, ανάμεσα σε δύο τοπ μόντελ που φορούν εφαρμοστά φορέματα.
Αυτό το άτομο, το οποίο δεν έχει ποτέ εκλεγεί στο παραμικρό αιρετό αξίωμα, δηλώνει στην τηλεόραση ότι, εάν εκλεγεί πρόεδρος, δεν θα διστάσει να διατάξει τους Αμερικανούς στρατιώτες να παραβιάσουν τους νόμους που δεν τον βολεύουν. Δηλώνει επίσης ότι θα αμφισβητήσει πολλές εμπορικές συμφωνίες, αδιαφορώντας για την έγκριση του Κογκρέσου.
Ο Μπένετ ομολογεί τη θλίψη και την αμηχανία του: «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τον σταματήσουμε. Κι όμως, αν κάτι δεν είμαστε εμείς, αυτό είναι το κατεστημένο που καταγγέλλει ο Τραμπ. Ωστόσο, δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα μας τσαλαπατήσουν η Νέα Υόρκη και οι βορειοανατολικές πολιτείες».
Ο Μπένετ, πρώην στέλεχος της Eastman Kodak, εντόπισε προς μεγάλη του ανησυχία ότι, κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής αναμέτρησης, ο Τραμπ χρησιμοποίησε τον όρο «βασιλεία» για να αναφερθεί στην προεδρία του Τζορτζ Μπους. Ήδη στον Μπένετ, λάτρη της ιστορίας -ιδιαίτερα του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου- και οπαδό της σημαίας της Συνομοσπονδίας των (ηττημένων) Νότιων Πολιτειών, δεν αρέσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δηλώνει κληρονόμος του Αβραάμ Λίνκολν. Κι αυτά τα γλωσσικά ολισθήματα του δισεκατομμυριούχου από το Μανχάταν, τα οποία ρέπουν προς τον αυταρχισμό, του θυμίζουν υπερβολικά τις στρατιές των Βορείων, τις στρατιές του «Μεγάλου ήρωα της χειραφέτησης των μαύρων» που κατέστρεψαν τον Νότο.
Τι σκέφτονται όμως οι οπαδοί του Τραμπ στις πολιτείες του Νότου; Στο Όμπερν συναντήσαμε την Νταϊάν Τζέι, η οποία ανέκαθεν ψήφιζε τους Ρεπουμπλικανούς, όπως εξάλλου και η οικογένειά της. Κουβαλάει πάντα στην τσάντα της ένα τριανταοκτάρι περίστροφο Smith & Wesson και δεν διαβάζει την τοπική εφημερίδα, την οποία θεωρεί υπερβολικά αριστερή (άποψη ιδιαίτερα συζητήσιμη κατά τη γνώμη μας). Τίποτε δεν την εκνευρίζει περισσότερο από την τάση να παρουσιάζονται οι ψηφοφόροι του Τραμπ ως θυμωμένα άτομα.
Κατά τη γνώμη της, πρόκειται μάλλον για ένα «κίνημα Αμερικανών, των οποίων οι επιθυμίες είχαν αγνοηθεί, με αποτέλεσμα να αποστρατευθούν από τα δύο κόμματα και να χάσουν την εμπιστοσύνη τους σε αυτά. Το κατεστημένο των Ρεπουμπλικανών έχει δώσει πολλές υποσχέσεις που δεν τήρησε. Κι αντιμετωπίζει τον Τραμπ με την περιφρόνηση που επιφυλάσσει συνήθως για τους χειρώνακτες εργαζόμενους, τη στιγμή που ο Τραμπ είναι δισεκατομμυριούχος. Όμως, τα λεφτά του τα έχει κερδίσει, έχει κάνει πράγματα, δεν περιορίστηκε μονάχα στα λόγια. Ενώ το δικό μας το κατεστημένο το μόνο που κάνει είναι να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει».
Η ηγεσία του κόμματος συνασπίστηκε για να φράξει τον δρόμο στον Τραμπ, με αποτέλεσμα το «κίνημα» να στραφεί εναντίον τους. «Ο Μάικ Χάκαμπι, τον οποίο αγαπώ πολύ, το είπε με τον καλύτερο τρόπο: το κατεστημένο των Ρεπουμπλικανών θα πρέπει να αισθάνεται ευχαριστημένο που η εξέγερση χρησιμοποιεί ψηφοδέλτια και όχι σφαίρες».
Όπως μας τονίζει, «προτιμούν να διαιρέσουν το κόμμα και να προσφέρουν τη νίκη στη Χίλαρι Κλίντον, παρά να αποκαλυφθεί ο ρόλος τους και το τι συμβαίνει στο εσωτερικό του κόμματος: δράση των λόμπι, κρυφές συμφωνίες, λαδώματα. Αυτό που εκτιμώ στον Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι χρηματοδοτεί ο ίδιος την προεκλογική του εκστρατεία και δεν έχει αναλάβει καμία υποχρέωση απέναντι στις διαπλεκόμενες ομάδες συμφερόντων. Ο Μιτς Μακ Κόνελ, ο ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, κερδίζει περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο. Κι ο Πολ Ράιαν, ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας στο Κογκρέσο, κερδίζει περισσότερα από 900.000 δολάρια. Έτσι αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολλά να χάσουν αν βρεθεί κάποιος και τους πει: ‘Ο.Κ., και τώρα, αρχίζουμε μια γερή κούρα αδυνατίσματος'».
Αν και διάκειται εξαιρετικά εχθρικά απέναντι στον Τραμπ, ο Μπένετ τρέφει τα ίδια ακριβώς αισθήματα γι' αυτό που αποκαλεί «η συμμορία της Γουόλ Στριτ»: «Στα δύο κόμματα κυριαρχεί η ίδια ακριβώς κουλτούρα, η κουλτούρα των αστικών κέντρων και των εύπορων στρωμάτων. Γι' αυτούς το μεγαλύτερο μέρος της χώρας δεν είναι τίποτα άλλο από μια λωρίδα γης, την οποία διασχίζουν πετώντας με το αεροπλάνο για να πάνε από τη μια ακτή της ηπείρου έως την άλλη. Την εποχή της κρίσης του 2008 θα έπρεπε να τα είχαμε αφήσει όλα να καούν. Η κατάσταση θα ήταν δύσκολη, ωστόσο μεγάλο μέρος της διαφθοράς θα είχε εξαλειφθεί». Η αξιοπιστία του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και των δύο μεγάλων κομμάτων έχει καταρρεύσει.
Τον λόγο έχει η υπεράσπιση. Την Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου, στην Οπέλικα, σε μια πρώην υαλουργία κοντά στο Όμπερν, πραγματοποιείται το καθιερωμένο ετήσιο δείπνο - συνεδρίαση των Ρεπουμπλικανών της κομητείας. Το 1994 η πρώτη τέτοια εκδήλωση είχε συγκεντρώσει λιγότερα από σαράντα άτομα, ενώ σήμερα ο αριθμός τους πλησιάζει τους τριακόσιους.
Μετά τον όρκο μπροστά στη σημαία και την προσευχή, ο Μάικ Ρότζερς, ο αντιπρόσωπος της περιφέρειας στο Κογκρέσο, γνωρίζει ότι θα είναι υποχρεωμένος να απαντήσει στις κατηγορίες για διαφθορά και συνενοχή, οι οποίες δεν εκτοξεύονται μονάχα εναντίων των Δημοκρατικών συναδέλφων του στην Ουάσιγκτον.
Οι οπαδοί του Τραμπ, όπως εξάλλου και του Κρουζ, κατηγορούν ασταμάτητα τους Ρεπουμπλικανούς βουλευτές ότι, παρά το γεγονός ότι έχουν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, δεν ακύρωσαν καμία από τις σημαντικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου (τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας -την «Obamacare», τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, το πάγωμα της απέλασης ορισμένων κατηγοριών μεταναστών), τη στιγμή που είχαν εκλεγεί με εντολή να πράξουν αυτό ακριβώς. Μήπως εξαγοράστηκαν από το «σύστημα» σε σημείο ώστε να γίνουν μέλη αυτού που ο Κρουζ αποκαλεί «καρτέλ της Ουάσιγκτον»;
Ο Ρότζερς ανταπαντά ότι απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων για να υπερπηδηθεί το προεδρικό βέτο. Και συνιστά στους φίλους του να κάνουν υπομονή: «Κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς της σοσιαλιστικής κυβέρνησης δεν θα επιτύχουμε πολλά πράγματα. Ωστόσο, η δουλειά μας θα είναι να εγγυηθούμε ότι δεν θα υπάρξουν χειρότερα πράγματα. Ύστερα, εάν εκλέξουμε έναν ρεπουμπλικανό πρόεδρο, το πρώτο νομοθετικό κείμενο που θα του ζητήσουμε να υπογράψει θα είναι η κατάργηση του ‘Obamacare'. Στη συνέχεια, θα προχωρήσουμε στην κατάργηση του νόμου Dodd-Frank που προβλέπει νομοθετικό πλαίσιο για τις τράπεζες. Και, πολύ σύντομα, η σημερινή σοσιαλιστική κυβέρνηση θα είναι απλά μια μακρινή ανάμνηση».
Ωστόσο, ένα μυστήριο εξακολουθεί να πλανάται. Πώς είναι δυνατόν, σε ένα κόμμα και σε μια περιοχή όπου η ψήφος των Ευαγγελιστών έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα, να κατορθώσει να υπερισχύσει ο Τραμπ με τόσο μεγάλη ευκολία; Η Νταϊάν Τζέι υποστήριζε στο παρελθόν τον Μάικ Χάκαμπι, έναν Βαπτιστή πρώην πάστορα ο οποίος μαχόταν για την προάσπιση των «παραδοσιακών οικογενειακών αξιών». Και τώρα υποστηρίζει έναν ιδιοκτήτη καζίνων, του οποίου η θρησκευτική πίστη είναι εξαιρετικά χλιαρή και ο οποίος βρίζει σαν χαμάλης και περιγράφει στην τηλεόραση την ανατομία των γεννητικών του οργάνων. Αλλά δεν δυσκολεύεται να μας εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θα τον ψηφίσει:
«Ο Τραμπ είναι κατά των εκτρώσεων και υπέρ της προσευχής στα σχολεία. Απ' όλους τους υποψήφιους, αυτός είναι ο πιο παραδοσιακός. Εξάλλου, δείτε τον: η οικογένειά του είναι η εκπλήρωση του αμερικανικού ονείρου. Εντάξει, είναι αλήθεια ότι έχει παντρευτεί τρεις φορές. Όμως κι ο Ρήγκαν είχε παντρευτεί περισσότερες από μία φορές, ήταν ηθοποιός και είχε και εξωσυζυγικές περιπέτειες. Εάν εξετάσετε οποιοδήποτε άτομο σφαιρικά, τότε θα διαπιστώσετε ότι όλοι μας είμαστε αμαρτωλοί. Κι ύστερα, αν έπρεπε να αρχίσουμε να λιθοβολούμε τους αμαρτωλούς, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να λιθοβολήσουμε ολόκληρη τη Γερουσία».
Χωρίς αμφιβολία, ο Τραμπ έχει δημιουργήσει στέρεους κι αδιαμεσολάβητους δεσμούς με τους οπαδούς του: σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν ήδη περισσότερα από 900.000 άτομα τα οποία -όπως η Τζέι- λαμβάνουν στο κινητό τους τα μηνύματα της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. Κι αντί να κλονίσουν την πίστη τους σε αυτόν, οι ενοχλητικές αποκαλύψεις και η κριτική των περισσότερων μέσων ενημέρωσης, των καλλιτεχνών και των διανοούμενων μάλλον την ενισχύουν. Η Τζέι μάς εξηγεί: «Εμπιστεύομαι τον Τραμπ. Χρειαζόμαστε έναν επιχειρηματία. Αυτός δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Έχει ήδη μια υπέροχη οικογένεια και δέκα δισεκατομμύρια δολάρια».
Καταστροφή των θέσεων εργασίας, μεταφορά της παραγωγικής δραστηριότητας σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος, χαμηλοί μισθοί, αλλοίωση της χριστιανικής ταυτότητας της χώρας, σχεδόν όλα αυτά τα προβλήματα οδηγούν αρκετά γρήγορα τη συζήτηση στο ζήτημα της μετανάστευσης.
Όπως μας επιβεβαιώνει ο Μπένετ, «αυτό είναι το ζήτημα στο οποίο οφείλεται η άνοδος της δημοτικότητας του Τραμπ. Κανένας άλλος δεν ήθελε να ασχοληθεί με το πρόβλημα. Αυτός, όμως, το έκανε. Τα σχολεία μας κατακλύζονται από μετανάστες, όμως δεν έχουν το δικαίωμα να ελέγξουν κατά πόσον οι γονείς των μαθητών διαμένουν νόμιμα στη χώρα. Οι νόμοι δεν είναι σαφείς και μας αποκαλούν ρατσιστές όταν ζητάμε τον σεβασμό της νομοθεσίας. Η ιδέα της ανέγερσης ενός τείχους είναι ρεαλιστική. Ωστόσο, για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει καταρχάς να υπάρχουν σύνορα. Κι ο Ομπάμα τα έχει ανοίξει. Ο κόσμος έχει κουραστεί. Βλέπει ότι κανένα από τα δύο κόμματα δεν παίρνει το ρίσκο να δυσαρεστήσει τους Ισπανόφωνους ψηφοφόρους».
Πλήθος φόβοι διαπλέκονται και τροφοδοτούν το ρεύμα της υποψηφιότητας του Τραμπ. Μερικές ημέρες στην Αλαμπάμα αρκούν για να ακούσει κανείς να γίνεται λόγος για μέλη τρομοκρατικών πυρήνων που διεισδύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Μεξικό, για τα τούνελ κάτω από τα σύνορα μέσα από τα οποία μεταφέρονται τόνοι ναρκωτικών, για έναν ξένο στρατό ο οποίος θα μπορούσε ένα υποστηριχθεί από δώδεκα εκατομμύρια μετανάστες...
Όμως, από την εποχή της εκλογής του Ομπάμα, το 2008, και της επανεκλογής του, το 2012, οι δημοσκόποι και τα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που καταθέτουν προτάσεις για τη χάραξη στρατηγικής δεν παύουν να επαναλαμβάνουν ότι η προσκόλληση σε παρόμοιες απόψεις είναι επικίνδυνη από εκλογική άποψη για το κόμμα, καθώς και ότι κανένας υποψήφιος για τον Λευκό Οίκο δεν θα κατορθώσει ποτέ στο εξής να υπερισχύσει, εάν δεν εξασφαλίσει ένα σημαντικό ποσοστό της ισπανόφωνης ψήφου.
Μάλιστα, η Αν Κούλτερ -θορυβώδης αρθρογράφος, στην οποία έχει γίνει έμμονη ιδέα το ζήτημα της μετανάστευσης- έφθασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι, με τη σημερινή δημογραφία των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία είναι πολύ λιγότερο «λευκή» απ' ό,τι την περίοδο που ο Τζίμι Κάρτερ ή ο Ουόλτερ Μοντέιλ ήταν υποψήφιοι για την προεδρία απέναντι στον Ρόναλντ Ρήγκαν, οι δύο Δημοκρατικοί υποψήφιοι θα είχαν υπερισχύσει του ρεπουμπλικανού προέδρου.
Ωστόσο, κατά παράδοξο τρόπο, η Κούλτερ δηλώνει βέβαιη για τις πιθανότητες επιτυχίες του Τραμπ, παρά το γεγονός ότι αυτός φαίνεται να απευθύνεται σε μια ολοένα πιο περιορισμένη, «μονόχρωμη» και αντρική μερίδα του πληθυσμού της χώρας. Τον ερχόμενο Νοέμβριο είναι πολύ πιθανόν ότι η Χίλαρι Κλίντον θα αποτελεί μια υποχρεωτική επιλογή για τις μειονότητες αλλά και για τη Γουόλ Στριτ, για τις φεμινίστριες αλλά και για τους οπαδούς της ελευθερίας των ανταλλαγών και της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, για την Γκόλντμαν Σακς αλλά και για το στάτους κβο. Θα της έχει ανατεθεί μία και μόνον αποστολή, μονάχα μια εντολή: να φράξει τον δρόμο στον Τραμπ.
Εάν υπερίσχυε ένας συνασπισμός τέτοιου είδους, δεν θα μπορούσε να αντέξει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γιατί η προεκλογική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς απέδειξε ότι έχει φθάσει στα όριά του κι έχει εξαντλήσει κάθε δυναμική του. Σε βαθμό μάλιστα που τα στοιχεία της ρητορικής του, που κατακεραυνώνουν τη διαφθορά του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, έχουν αρχίσει να υιοθετούνται και από το αντίπαλο πολιτικό στρατόπεδο. Κι όχι μόνον από τον Τραμπ. Και ο Κρουζ θεωρεί επίσης ότι «οι Ρεπουμπλικανοί είναι σχεδόν εξίσου κακοί με τους Δημοκρατικούς. Υπερβολικά μεγάλος αριθμός τους ‘πλαγιάζει' με τη Γουόλ Στριτ, τα λόμπι και το μεγάλο κεφάλαιο, που βλέπουν την παράνομη μετανάστευση ως μια πηγή χαμηλόμισθου εργατικού δυναμικού».
Κι όταν τίθεται ζήτημα μεταφοράς της παραγωγής σε χώρες με χαμηλό εργατικό κόστος ή ελευθερίας των ανταλλαγών και απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, τότε δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνει κανείς την κυρία Τζέι από μια ψηφοφόρο του Μπέρνι Σάντερς. Και είναι αυτή ακριβώς η συντηρητική ψηφοφόρος των Ρεπουμπλικανών που επέστησε την προσοχή μας σε ένα τρίλεπτο βίντεο το οποίο γνωρίζει μεγάλη διάδοση στο Ίντερνετ και το οποίο της προξένησε μεγάλη αγανάκτηση.
Το αφεντικό μιας επιχείρησης που αναλαμβάνει υπεργολαβίες της United Technology ανακοινώνει στους 1.400 εργαζόμενους της μονάδας της Ινδιανάπολης ότι σύντομα η παραγωγική δραστηριότητα θα μεταφερθεί στο Μεξικό.4 Εξηγεί -κάτω από τα γιουχαΐσματα του προσωπικού- ότι ο στόχος είναι «να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί και να εξασφαλίσουμε τη μακροπρόθεσμη επιβίωση της επιχείρησης». Η ιστορία έχει πλέον ενταχθεί στο προεκλογικό υλικό του Τραμπ. Και οι εργάτες -ακόμα κι όσοι είναι συνδικαλισμένοι- ακούνε πλέον με προσοχή όλα όσα λέει. Και σ' αυτόν τον τομέα επίσης είναι πιθανόν ότι θα ξαναμοιραστεί η εκλογική τράπουλα.
Από την αρχή της προεκλογικής εκστρατείας οι ψηφοφόροι των Ρεπουμπλικανών εκφράζουν θέσεις οι οποίες είναι διαμετρικά αντίθετες από εκείνες των πρώην προέδρων τους, του μεγαλύτερου μέρους των εκπροσώπων τους στο Κοινοβούλιο, καθώς κι εκείνων που χρηματοδοτούν ή συμβουλεύουν το κόμμα τους. Δεδομένου δε, ότι δεν είναι διόλου διατεθειμένοι να απαρνηθούν όλα όσα αποτέλεσαν την πολιτική τους ταυτότητα από την εποχή της προεδρίας του Ρήγκαν και μάλιστα από τα οποία άντλησαν πολλά οφέλη στο παρελθόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι είναι εξαιρετικά πιθανόν ο εμφύλιος πόλεμος στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών να βρίσκεται απλά στην αρχή του.
1 «Playboy», Σικάγο, Μάρτιος 1990.
2 Την 1η Μαρτίου του 2016 ο Τραμπ απέσπασε το 43,4% των ψήφων στις προκριματικές εκλογές της Αλαμπάμα, ο Κρουζ το 21,1% ο Ρούμπιο το 18,7% και ο Κάρσον το 10,3%.
3 «Οι εξουσίες οι οποίες δεν ανατίθενται από το Σύνταγμα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις οποίες το Σύνταγμα δεν αρνείται στις Πολιτείες ανήκουν στις πολιτείες ή στον λαό».
4 «Carrier Air Conditioner (part of United Technologies) moving 1.400 jobs to Mexico», YouTube.com, 11 Φεβρουαρίου 2016, https://youtu.be/Y3ttxGMQOrY.
* Ο Serge Halimi είναι ο διευθυντής της «Le Monde diplomatique»