Του Pierre Rimbert*
«Και ήρθε η ώρα για το εντιτόριαλ του Αρνό Λεπαρμαντιέ. Καλησπέρα, Αρνό. Σήμερα βγάζετε μια μεγάλη κραυγή 'Τσίπρα, παραιτήσου!'», λέει ο Νικολά Ντεμοράν, παρουσιαστής εκπομπής για τη διεθνή επικαιρότητα στο ραδιόφωνο France Inter (15 Ιουνίου). «Αν ο Τσίπρας δεν υπογράψει, θα πρέπει να το κάνει κάποιος άλλος. Καλά ακούσατε, Νικολά. Ως νέα Κασσάνδρα προβλέπω πιθανή αλλαγή κυβέρνησης στην Αθήνα (...) Ο Τσίπρας έδωσε στον λαό του υποσχέσεις που δεν μπορεί να κρατήσει: είναι ώρα ν' αλλάξει κυβερνητικό συνασπισμό ή να εγκαταλείψει την εξουσία».
Δεν θα έβρισκε κανείς καλύτερο παράδειγμα αρθρογράφου, από αυτό το κάλεσμα ανατροπής μιας κυβέρνησης που εξελέγη πριν από λιγότερο από έξι μήνες, αλλά είναι ήδη ένοχη γιατί προσπαθεί να κρατήσει τις υποσχέσεις της. «Syriza delenda est», πρέπει να καταστρέψουμε τον ΣΥΡΙΖΑ: το σκεπτικό αυτό βρίσκεται συχνά στο μενού των «Συνόδων Κορυφής για την τελευταία ευκαιρία», που προσπαθούν να «σώσουν» την Αθήνα. Ανάμεσα στον κυβερνητικό συνασπισμό και τους δανειστές, η διαφορά είναι κατ' αρχήν ιδεολογική. Με κανένα τρόπο η συντηρητική Ευρώπη δεν θα άφηνε να ανθίσει η προοπτική ενός εναλλακτικού δρόμου, ακόμα κι αν ήταν σοσιαλδημοκρατική, όπως το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Πολιτική συνθηκολόγηση ή οικονομικό χάος; Ο γαλλικός Τύπος δεν αναφέρεται καθόλου σ' αυτή την υποβόσκουσα πραξικοπηματική στρατηγική, την οποία οι οικονομικές βρετανικές εφημερίδες εξηγούν με λεπτομέρεια. «Πολλές προσωπικότητες, ανάμεσά τους και πολλοί υπουργοί οικονομικών της Ευρωζώνης, έχουν δηλώσει ιδιωτικά ότι η συμφωνία θα ήταν πιθανή με έναν όρο: να ξεφορτωθεί ο πρωθυπουργός την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ», αποκάλυπταν οι «Financial Times» στις αρχές Απριλίου. «Η ιδέα είναι ο Αλέξης Τσίπρας να δημιουργήσει έναν νέο συνασπισμό με την Κεντροαριστερά».1
Το να υπεκφεύγει κανείς από μια τέτοια προσπάθεια πολιτικής αποσταθεροποίησης είναι σαν να παίρνει το μέρος των πιστωτών. Μένει να «ντύσει» την επιλογή αυτή μ' ένα ηθικό περίβλημα («πρέπει να πληρώσουν τα χρέη τους»), ψυχοπαθολογικό («να τους επαναφέρουμε στη λογική») και επικεντρωμένο στο σοκ των προσωπικοτήτων. Των υπουργών Οικονομικών της Ελλάδας και της Γερμανίας ο «εξοργιστικός» Γιάννης Βαρουφάκης ενάντια στον «ατάραχο» Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Την προσωπικότητας, επίσης, του Αλέξη Τσίπρα. Ποιος άλλος Ευρωπαίος ηγέτης περιγράφηκε ως «απατεωνίσκος» (Ζαν-Πιερ Ελκαμπάς), «υποχείριο του Πούτιν» (Ζαν-Μπατίστ Νοντέ), υποστηριχτής πολιτικών λύσεων «ανόητων και γελοίων» (Φραντζ-Ολιβιέ Τζιζμπέρ), «ηγέτης σέχτας» (Νικολά Μπαβερέ); Ο κύριος Τσίπρας είναι «η Κοκκινοσκουφίτσα της μεγάλης βραδιάς» (Κριστόφ Μπαρμπιέ), ο «ιθύνων νους μιας συμμαχίας φαιο-κόκκινων» (Μπερνάρ-Ανρί Λεβί) σε μια χώρα που υπό την ηγεσία του έγινε «ένα είδος Ζιμπάμπουε στην καρδιά της Ευρώπης» (Κρισιάν Μεναντό). «Αυτός υπόσχεται, εμείς πληρώνουμε» (Ζαν-Μισέλ Απατί).
Οι σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους μιντιοκράτες της Γαλλίας γνώρισαν, πάντως, μια άσπρη μέρα όταν, στις αρχές Ιανουαρίου, οι δημοσκοπήσεις έδιναν στο κόμμα κατά της λιτότητας την πρωτιά. Τότε οι σχολιαστές αποφαίνονται ότι, μετά από ώριμη σκέψη, το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα «δεν έχει τίποτα το υπερβολικό», αφού μάλιστα ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς «νερώνει συνεχώς τη ρετσίνα του» (Λωράν Ζοφρέν, «Libération»). Όχι μόνο δεν συντρέχει λόγος πανικού αλλά «αν οι κάλπες τηρήσουν τις υποσχέσεις των δημοσκοπήσεων, θα αλλάξουν οι ισορροπίες στην Ευρώπη» (ραδιόφωνο France Inter, 6 Ιανουαρίου). Η μέθη της νίκης κυρίευσε ακόμα και τον παρουσιαστή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της France 2, Νταβίντ Πουζαντάς, ο οποίος ενημέρωνε το κοινό για τους μισθούς των εργατών μπροστά από τον Παρθενώνα αμέσως πριν παρέμβει ο «ορθόδοξος» οικονομολόγος Φρανσουά Λενγλέ εξομολογούμενος ότι η λιτότητα «δεν είναι σωστή γιατί προσβάλλει ταυτόχρονα και την οικονομία και την κοινή λογική» (26 Ιανουαρίου). Όλοι τους πίστευαν ότι οι Έλληνες θα μαλάκωναν. Θα μάθαιναν. Άλλωστε οι «δάσκαλοι» έκαναν ουρά.
Ωστόσο, η παιδαγωγική των αρχιδασκάλων είναι ελάχιστα αποτελεσματική αφού δεν πιστεύουν ούτε λέξη από το μάθημά τους. Κανένας τους δεν αγνοεί ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει το χρέος της αλλά όλοι θεωρούν απαραίτητο να διατηρεί τη φαντασίωση. Εκτός από τις συνήθεις ετερόδοξες φωνές -και την απομονωμένη πένα του Ρομαρίκ Γκοντέν στην «La Tribune», κανείς δεν εξέτασε εναλλακτικά πολιτικά σενάρια. Θα πρέπει, άραγε, κάτι τέτοιο να μας κάνει εντύπωση;
Σύμφωνα με έρευνα της ένωσης Acrimed, στο πρώτο τρίμηνο του 2015, 71% των προσκεκλημένων οικονομολόγων της «Le Monde» για να συζητήσουν για την πολιτική της Ευρωζώνης είναι μέλη των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.2 Στο συγκεκριμένο θέμα, η καθημερινή βραδινή εφημερίδα δεν αποτελούσε εξαίρεση. Πανουργία της δημοσιογραφικής παραφροσύνης, αυτοί οι ίδιοι τραπεζικοί εμπειρογνώμονες διασκορπίζονται σε όλα τα μέσα ενημέρωσης για να αναλύσουν πως μια ελληνική χρεωκοπία θα κόστιζε στους Γάλλους «περίπου χίλια ευρώ ανά πολίτη» (Le «Journal du Dimanche», 21 Iουνίου), λες και η Αθήνα δεν διαπραγματεύεται με απρόσωπες γραφειοκρατίες, αλλά με κάθε φορολογούμενο χωριστά. Αποφεύγουν να διευκρινίσουν πως οι εργοδότες τους ήταν οι πρώτοι που επωφελούνται από τα «πακέτα διάσωσης», όπως το παραδέχθηκε οικειοθελώς ο οικονομολόγος-σταρ των «Financial Times» Mάρτιν Βολφ «Η ουσία σε ότι αφορά τα δάνεια στην Ελλάδα δεν είναι ότι δόθηκαν προς όφελος της χώρας, αλλά προς όφελος άφρονων ιδιωτών δανειστών» (17 Ιουνίου).
Την ίδια στιγμή (15 Ιουνίου), η εφημερίδα «Les Echos» δημοσίευε σε στήλη της παρέμβαση των Gracques, «άτυπου συμβουλίου παλιών υψηλόβαθμων σοσιαλιστών δημοσίων υπαλλήλων», ενάντια στη «φαιο-κόκκινη κυβέρνηση του κυρίου Τσίπρα»: 'O κίνδυνος της ελληνικής μετάδοσης δεν είναι πλέον οικονομικός. Είναι πολιτικός (...) Το να ενδώσουμε στην Ελλάδα θα ενθάρρυνε πιο σημαντικά κράτη να εκλέξουν ανθρώπους που θα πρότειναν παρόμοιες στρατηγικές παρεκτροπής'». Η οργή των φιλελεύθερων σοσιαλιστών ενάντια στην «αριστερή αντι-λιτότητα» ξεγυμνώνει την τυφλή εμμονή του γαλλικού Τύπου. Η σκηνοθέτηση μιας αναμέτρησης ανάμεσα σε Αθήνα και Βερολίνο θα είχε ως αποτέλεσμα την επικέντρωση των κριτικών της Αριστεράς στις γερμανικές θέσεις. Κάνοντας κάτι τέτοιο, ένας τρίτος πρωταγωνιστής, η Γαλλία, έβγαινε διακριτικά από τη σκηνή.
Το ότι η γερμανική Δεξιά προσαρμόζεται με τον συντηρητισμό, είναι διαπίστωση λιγότερο ανατρεπτική σε σχέση με μια άλλη: η γαλλική «σοσιαλιστική» κυβέρνηση, που εκλέχθηκε με την υπόσχεση να σπάσει τον κύκλο της ευρωπαϊκής λιτότητας, κυβερνάει όπως η γερμανική Δεξιά. Δεύτερη οικονομική δύναμη της Ευρωζώνης, η Γαλλία είχε τα μέσα να επιδείξει μετά τις ελληνικές εκλογές αποφασιστική στήριξη προς την Αθήνα που θα μπορούσε να ξαναμοιράσει την τράπουλα. Ένα τέτοιο γεγονός, που θα έβαζε επί σκηνής τους Γάλλους σοσιαλιστές της Αριστεράς, οι κεντρικοί αρθρογράφοι, με την εξαίρεση της εφημερίδας «L' Humanité», δεν το φαντάστηκαν. Και είναι αλήθεια πως μια τέτοια άσκηση θα απαιτούσε φαντασία πέρα από κάθε όριο.
*Ο Pierre Rimbert είναι δημοσιογράφος της «Le Monde diplomatique»
1 Peter Spiegel και Kerin Hope, «Frustrated officials want Greek premier to ditch Syriza far left», «Financial Times», Λονδίνο, 6-4-15.
2 Denis Souchon και Mathias Reymond, «Europe: quels économistes s'expriment dans Le Monde? Les banquiers!», Acrimed (Action-Critique-Médias), 4 Μαΐου 2015, www.acrimed.org
Επιμέλεια: Βάλια Καϊμάκη