Ο Ραμόν Μενέντες Πιδάλ, διακεκριμένος ιστορικός του 20ού αιώνα, παρατήρησε κάποτε: «Στην Ισπανία, οι διαφορά απόψεων εκφυλίζεται σε αντιπαράθεση ασυμβίβαστης εχθρότητας». Είναι κάτι που αποδείχτηκε και κατά την εξαιρετικά διχαστική προεκλογική αντιπαράθεση, η οποία κατέληξε, την προηγούμενη Κυριακή, σε ένα μετέωρο αποτέλεσμα που δεν ανοίγει δρόμο για τη διακυβέρνηση της χώρας από κανένα κόμμα.
Σημαντικά ζητήματα, όπως η δημοσιονομική υγεία της Ισπανίας και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής σε μια χώρα που πλήττεται από ακραίους καύσωνες, ενεπλάκησαν σε μια άγρια αντιπαράθεση, με τους κυβερνώντες Σοσιαλιστές (PSOE) και το αντιπολιτευόμενο Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) να ανταλλάσσουν κατηγορίες για τους δεσμούς τους με μικρότερα κόμματα της Άκρας Δεξιάς ή Άκρας Αριστεράς ή τοπικιστικά κόμματα. H πολιτική πόλωση έχει βαθιά θεμέλια σε πολλές δυτικές δημοκρατίες αλλά μετά από αυτές τις εκλογές οι συνέπειες για τις προοπτικές σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης για την Ισπανία είναι πιο προβληματικές απ’ ό,τι συνήθως. Οι Σοσιαλιστές και το ΡΡ, τα κυρίαρχα κόμματα μετά το τέλος του Φρανκισμού τη δεκαετία του 1970, δεν έχουν συνηθίσει να μοιράζονται την εξουσία και συχνά προτιμούν να τονίζουν τις διαφωνίες τους αντί να διερευνούν ζώνες πιθανής συνεργασίας. Ένας «μεγάλος συνασπισμός» γερμανικού τύπου μοιάζει επομένως απίθανος. Και οι άλλοι δρόμοι προς τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης είναι γεμάτοι εμπόδια. Καθώς το ΡΡ αναδείχτηκε πρώτο κόμμα με 136 έδρες στο 350μελές Κοινοβούλιο, είναι σωστό ο βασιλιάς Φελίπε να καλέσει τον ηγέτη του, Αλμπέρτο Νουνιες Φεϊχό, να κάνει την πρώτη προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης με κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ωστόσο, η κατάρρευση της υποστήριξης προς το ακροδεξιό Vox, που κέρδισε μόλις 33 έδρες, έχοντας 52 στην Βουλή που προέκυψε έπειτα από τις εκλογές του Νοεμβρίου 2019, θα καταστήσει την προσπάθεια του Φεϊχό ιδιαίτερα δύσκολη. Τα άσχημα αποτελέσματα για το Vox αποτελούν παρ' όλα αυτά θετική εξέλιξη για την ισπανική Δημοκρατία. Δείχνουν πως, παρά τις πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες της Ακροδεξιάς σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Ιταλία και η Σουηδία, η μεγάλη πλειοψηφία των Ισπανών απορρίπτει τον εξτρεμισμό του Vox και αμφιβάλλει για τα προσόντα που διαθέτει για να μοιραστεί την εξουσία σε εθνικό επίπεδο. Το Vox δεν είναι άμεσος απόγονος της υπερεθνικιστικής Ακροδεξιάς που κυβέρνησε την Ισπανία από τον εμφύλιο πόλεμο του 1936-1939 μέχρι τον θάνατο του δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο το 1975. Ωστόσο, η απόρριψη από το κόμμα τού «κλιματικού φανατισμού» και η περιφρόνηση που εκφράζει για νόμους με στόχο την προστασία των γυναικών απέναντι στη βία ή τα δικαιώματα των διεμφυλικών θα το καθιστούσε προβληματικό εταίρο για το ΡΡ αν ο Φεϊχό ήταν σε θέση να του προτείνει θέσει στην κυβέρνηση. Επιπλέον, το Vox υποστηρίζει την επαναφορά του μοντέλου εξαιρετικά κεντρικής διακυβέρνησης από τη Μαδρίτη, που καθόρισε την Ισπανία τον 18ο και 19ο αιώνα και υπό τον Φράνκο. Κάθε κίνηση σε αυτή την κατεύθυνση υπό μια δεξιά κυβέρνηση θα διακινδύνευε να γκρεμίσει την επιτυχημένη δουλειά που ο Πέδρο Σάντσεθ, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός από το 2018, έκανε για να ηρεμήσει τις συνθήκες στην Καταλονία μετά την αντισυνταγματική διακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 2017.
Για τους Σοσιαλιστές, που τα πήγαν καλύτερα απ’ το αναμενόμενο στις εκλογές κερδίζοντας 122 έδρες, οι πιθανότητες παραμονής στην εξουσία περιπλέκονται από το γεγονός ότι θα χρειάζονταν την υποστήριξη όχι μόνο της ριζοσπαστικής Αριστεράς αλλά και τοπικιστικών κομμάτων από την Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων. Θα υπήρχε σοβαρό τίμημα, εάν ο Σάντσεθ επέλεγε κάτι τέτοιο. Η σχετική επιείκειά του απέναντι στους Καταλανούς αυτονομιστές και οι περιστασιακές συμφωνίες του με το Μπιλντού, διάδοχο του πολιτικού βραχίονα της βασκικής τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΤΑ, έχουν ενοχλήσει πολλούς συντηρητικούς ψηφοφόρους, ενώ όξυναν το κλίμα πολιτικής αντιπαράθεσης κατά την προεκλογική περίοδο.
Η Ισπανία αντιμετωπίζει τώρα την προοπτική μακρών διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Η διεξαγωγή νέων εκλογών δεν μπορεί να αποκλειστεί. Είναι άλλωστε κάτι που συνέβη τόσο την περίοδο 2015-2016 όσο και το 2019. Το πολιτικό αδιέξοδο δεν είναι ποτέ καλό για την αποτελεσματική διακυβέρνηση. Οι Σοσιαλιστές και το ΡΡ έχουν το καθήκον να διασφαλίσουν πως η άγρια αντιπαράθεσή τους δεν θα εντείνει περισσότερο την αβεβαιότητα σχετικά με το ποιος θα πρέπει να κυβερνά τη χώρα.
Επιμέλεια Μιχάλης Τρίκκας