Live τώρα    
30°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
30 °C
28.2°C31.2°C
3 BF 32%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
31 °C
28.0°C32.2°C
2 BF 32%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
31 °C
30.0°C31.0°C
1 BF 24%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
24.8°C26.5°C
4 BF 78%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
29 °C
27.3°C28.9°C
2 BF 26%
Ο Ennio Morricone αφιερώθηκε στο ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό της μουσικής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Ennio Morricone αφιερώθηκε στο ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό της μουσικής

Του Robert Barry

Ο Ennio Morricone, ο οποίος απεβίωσε στη Ρώμη στις 6 Ιουλίου, στην ηλικία των 91 ετών, θα μνημονεύεται για τις πρωτοποριακές μουσικές συνθέσεις του στις ταινίες των Sergio Leone, Pier Paolo Pasolini, Brian De Palma, και αμέτρητων άλλων. Ο «Μαέστρος», όπως αποκαλούνταν συχνά, έγραψε pop τραγούδια κατά τη δεκαετία του 1960, για κορυφαίους τραγουδιστές των τσάρτς, όπως οι Mina, Rita Pavone, και Gianni Morandi, ενώ οι μελωδικές συνθέσεις του κατέχουν εξέχουσα θέση στην ιστορία του κινηματογράφου. Από την άμεσα αναγνωρίσιμη μελωδία με τους ήχους της κραυγής του κογιότ, για το μουσικό θέμα του «Καλού, του Κακού και του Άσχημου», μέχρι το ρομαντισμό του κομματιού «Chi Mai» (το οποίο αρχικά προορίζονταν για την ταινία Magdalena, του Πολωνού Jerzy Kawalerowicz, νούμερο δύο μετέπειτα στα τσάρτς της Μεγάλης Βρετανίας, σε συνέχεια της συμπερίληψής του στο Life and Times of David Lloyd George του BBC), οι μελωδίες του Morricone πέτυχαν να συγκεντρώσουν γύρω τους έναν ολόκληρο κόσμο και να εγγραφούν για πάντα στη συλλογική μνήμη των ακροατών. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ο ρόλος που διαδραμάτισε ο συνθέτης στην ιταλική πρωτοπορία του 1950. Το παιδί θαύμα πέρασε σαν σίφουνας στο ωδείο της Ρώμης τα μαθήματα αρμονίας τεσσάρων ετών μέσα σε έξι μήνες, στην ηλικία των 12 ετών, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε στο θερινό σχολείο του Darmstadt στη Νοτιοδυτική Γερμανία και έλαβε ερεθίσματα από την βιενέζικη δωδεκαφωνία. Οι επιρροές αυτές δεν πέρασαν μόνο στα ορχηστρικά έργα, όπως το έντονο και θερμό θέμα  Musica Per 11 Violini, αλλά ακόμα και σε pop τραγούδια όπως το «Se Telefonando».

Ήταν στο Darmstadt, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος ο Morricone το 2018, στον Richard Bratby του περιοδικού Spectator, εκεί όπου «κατάλαβε πραγματικά ότι έπρεπε να γράψει σύγχρονη μουσική». Το θερινό σχολείο του Darmstadt, το οποίο ιδρύθηκε το 1946, δημιουργήθηκε ως τμήμα του αμερικανικού πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου απέναντι στην Σοβιετική Ένωση. Όπως έγραψε κι ο Βρετανός ιστορικός Frances Stonor Saunders, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου «η κυβέρνηση των ΗΠΑ αφιέρωσε πολύ σημαντικούς πόρους σε ένα κρυφό πρόγραμμα πολιτιστικής προπαγάνδας στην δυτική Ευρώπη», το οποίο περιλάμβανε εκθέσεις τέχνης, περιοδικά και φεστιβάλ μουσικής.

Παρόλο που ίσως να ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κάποιος ότι το Darmstadt ήταν μία από τις πιο βαρύνουσες πρωτοβουλίες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, εντούτοις η αλήθεια είναι ότι έλαβε πολύ ουσιαστική στήριξη και χρηματοδότηση από τις δυνάμεις του αμερικανικού στρατού και ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια οι καλλιτέχνες και οι συνθέτες επιλέγονταν από την κυβέρνηση που στηρίζονταν από τις ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, το συγκεκριμένο φεστιβάλ μεταβλήθηκε πολύ γρήγορα σε θύλακα των πιο ριζοσπαστικών τάσεων της δυτικής μουσικής. Ασυμβίβαστοι ευρωπαίοι συνθέτες, όπως ο Pierre Boulez και ο Karlheinz Stockhausen, το κατέκτησαν και από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 το ίδιο το όνομα «Darmstadt» έγινε συνώνυμο του outré-sonic μουσικού πειραματισμού.

To 1958, o 31χρονος Morricone, -τρομπετίστας και ατζέντης τότε- βρέθηκε στην προαναφερθείσα πόλη της περιοχής της Έσσης, σε μία κομβική περίοδο για την ιστορία του Darmstadt, η οποία σημαδεύτηκε από την αμφιλεγόμενη εμφάνιση του John Cage. Ήδη ξακουστός για τη «σιωπηλή» σύνθεση 4’33’’  και τη χρήση «τυχαίας μουσικής» (aleatoric music), οι συναυλίες του Cage ξεσήκωναν το πλήθος, κι ο Morricone θα τις θυμάται ως περίεργα διεγερτικές. Στο βιβλίο Ennio Morricone: In His Own Words, το οποίο συνέγραψε μαζί με τον Alessandro De Rosa, θυμάται μία βόλτα στο δάσος την επόμενη ημέρα μαζί με μία ομάδα συμπατριωτών του, οι οποίοι ήταν όλοι «αποπροσανατολισμένοι» από την παράσταση της προηγούμενης ημέρας. Κάποια στιγμή, καταφέραμε να φτάσουμε σε ένα μικρό ανοικτό σημείο, στο κέντρο του οποίου υπήρχε ένας βράχος», θυμάται. «Αποφασίσαμε να συγκεντρωθούμε γύρω από το βράχο κι ο καθένας μας να κάνει έναν ήχο». Με τον Morricone να διευθύνει με ένα κλαδί επάνω στο βράχο, η ομάδα ξεκίνησε έναν συλλογικό αυτοσχεδιασμό, μόνο με ήχους από φωνές, παράγοντας «περίεργα καλέσματα» στο ξέφωτο. «Το συγκεκριμένο επεισόδιο ξεκίνησε το ταξίδι, το οποίο θα συνεχίζαμε για αρκετά χρόνια, με το όνομα «Gruppo d’Improvvisazione Nuova Consonanza».

Η Nuova Consonanza, στην οποία ο Morricone εντάχθηκε επίσημα το 1965, αναπαρήγαγε περίεργους ήχους ζώων, μέχρι την διάλυσή της το 1980. Ιδρύθηκε από ένα φίλο του Morricone, -ο οποίος κι εμπνεύστηκε από την περίεργη αυτή τελετή στο δάσος του Darmstadt-, το Franco Evangelisti,  και στην οποία συμμετείχαν σε διάφορες φάσεις ξακουστοί συνθέτες, όπως ο Frederic Rzewski, ο Egisto Macchi, ο Mario Bertoncini, και ο Roland Kayn. Οι ηχογραφήσεις του σχήματος κατέλαβαν ένα ευρύ φάσμα, από τον πειραματικό ελεύθερο αυτοσχεδιασμό των αρχών του 1966, έως την πλούσια ατμοσφαιρική ηλεκτρονική μουσική του «Credo» του 1969 και του άγριου ψυχεδελικού  funk του άλμπουμ του 1970 The Feed-Back.

Σε όλη αυτή την περίοδο, υπάρχει μία έντονη αίσθηση συλλογικής ελευθερίας και μίας απόλυτης αγαλλίασης με τους ήχους. Σε ένα δίσκο, κατηύθυναν τη σύνθεση στη βάση των κινήσεων του σκακιού (ο ίδιος ο Morricone έπαιζε σε επαγγελματικό επίπεδο). Σε άλλα τραγούδια μπορεί κανείς να εντοπίσει ήχους, όπως εκείνους που παράγει το χαρτί όταν τσαλακώνεται, κι αυτό χρησιμοποιούνταν ως κύριο όργανο. Χορδές του πιάνο παίζονταν με δοξάρια από βιολί, με αναπτήρες και πλαστικά μπουκάλια, πνευστά όργανα χρησιμοποιούνταν σαν ενισχυτές για ψιθυριστές φωνές. Αποκαλούσαν τον ήχο τους ένα είδος «αντιμουσικής». Στην πραγματικότητα, η κατεύθυνση του γκρουπ είχε καθοριστεί μέσα από μία σειρά οριοθετήσεων, οι οποίες είχαν τεθεί από τον  Evangelisti: όχι κλασικό ορχηστρικό ηχόχρωμα, όχι αναγνωρίσιμες μελωδίες, όχι ατομικά όργανα που θα επισκίαζαν το σύνολο. Όπως σημείωνε ο Morricone, αυτό οδήγησε σε ένα ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό της μουσικής, όπου οι ατομικές φόρμες έκφρασης ήταν ξεκάθαρα εκτός προγράμματος και στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να συμμετέχει ο καθένας.

Η επιρροή της Nuova Consonanza υπήρξε ευρεία. Από τους Sonic Youth και τον John Zorn μέχρι τον περιστρεφόμενο ελεύθερο αυτοσχεδιασμό του Evan Parker και πολλές από τις πιο γνωστές μουσικές συνθέσεις του ίδιου του Morricone για τον κινηματογράφο. Ο ίδιος χρησιμοποίησε το σχήμα, αυτοσχεδιάζοντας με την μπαγκέτα του, στα soundtracks για το «giallo» θρίλερ (στμ: ιδιαίτερο ιταλικό είδος θρίλερ) Cold Eyes of Fear, όπως επίσης για το ιδιαίτερο A Quiet Place in the Country του Elio Petri.

Μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία αυτής της ριζοσπαστική προσέγγισης στην επιλογή του Morricone να δημιουργήσει αυτό που εκείνος ονόμαζε «instrumenti povere» (σε πιθανή αντιστοιχία με τη μοντέρνα arte povera – «τέχνη με πενιχρά μέσα», μία τάση της γλυπτικής και των εικαστικών τεχνών), στην ταινία του Petri Investigation of a Citizen Above Suspicion. Όμως, κοιτώντας πίσω, το συγκρότημα ξεχωρίζει ως ένα παράξενο είδος μοναδικότητας. Όπως έγραψε κι ο David Toop στο Ocean of Sound, «ήταν σαν να ενώνονταν για μια στιγμή τα ιδανικά των ανοιχτών έργων τέχνης και της ανοιχτής κοινωνίας».

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό περιοδικό Jacobin στις 10 Ιουλίου 2020.

Μετάφραση: Νικόλας Κουντούρης

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL