Live τώρα    
Ο τουρισμός, το κράτος πρόνοιας και η βιώσιμη ανάπτυξη: / Ο τουρισμός, το κράτος πρόνοιας και η βιώσιμη ανάπτυξη: Ασύμμετρα ζητούμενα;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο τουρισμός, το κράτος πρόνοιας και η βιώσιμη ανάπτυξη: / Ο τουρισμός, το κράτος πρόνοιας και η βιώσιμη ανάπτυξη: Ασύμμετρα ζητούμενα;

Του Δρ. Άγγελου Φ. Βλάχου*

Η πανδημία που βιώνουμε αναπροσδιόρισε την παγκόσμια agenda όσο κανένα άλλο γεγονός μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επομένως, εύλογα η συζήτηση για την έξοδο από το τσουνάμι της υφεσης έχει ήδη φουντώσει, αλλά το (υπ)έδαφος είναι απολύτως σαθρό. Το συντριπτικό μέρος της συζήτησης σήμερα αποτελεί περισσότερο ευχολόγιο και λεκτική επένδυση στην «προσδοκία» παρά εκτίμηση βασισμένη ακόμη και στα ελάχιστα -υπαρκτά- δεδομένα. Συνταιριάζεται το αίτημα διασφάλισης της δημόσιας υγείας με την αναγκαιότητα οικονομικής επιβίωσης; Αυτός είναι ο δυσεπίλυτος «κύκλος προς τετραγωνισμό». Πρόσφατα, ο ΟΟΣΑ εκτίμησε πως η πτώση της παγκόσμιας τουριστικής οικονομίας θα κυμανθεί φέτος μεταξύ 45% με 70%. Συγκεκριμένα δε για την Ελλάδα, λόγω του μέγιστου βαθμού εξάρτησής της από το τουριστικό φαινόμενο, δημοσιοποίησε (εφιαλτικό) σενάριο πρόβλεψης για ετήσια ύφεση που θα ξεπερνά το 30% μείωσης του ΑΕΠ.

Απέναντι σε μια τέτοιου μεγέθους κρίση, θα περίμενε κανείς εύλογα άμεσες και εποικοδομητικές απαντήσεις να εκκινούν από τους πανίσχυρους υπερεθνικούς οργανισμούς (λ.χ. Ευρωπαϊκή Ένωση), με το πρόταγμα της συνεργασίας σε επιμέρους πεδία μεταξύ των εθνών-κρατών να καθίσταται κυρίαρχο. Μάλλον αναμενόμενα, ούτε το πρώτο ισχύει αλλά και για το δεύτερο υφίστανται τεκμήρια περί του αντιθέτου. Αφενός, η διαβούλευση για τα κορονο-ομόλογα έχει επί της ουσίας καταβαραθρωθεί, καθώς οι τελικές επιλογές-προϊόν ατελών συμβιβασμών εντός των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης αποφάσεων, αποτελούν ασπιρίνη για τον καρκίνο. Αφετέρου, γιατί οι εθνικοί προστατευτισμοί (επαν)αναδύονται ενισχυμένοι: ο Γερμανός ΥΠΕΞ απέκλεισε σχεδόν κατηγορηματικά τις θερινές διακοπές «όπως τις γνωρίζουμε», στο πλαίσιο συγκράτησης της ταξιδιωτικής κινητικότητας εντός της επικράτειας, εκ μέρους ενός Κράτους που -έμπρακτα- αποδεικνύει την ακύρωση κάθε έννοιας «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» σε όλες τις σχετικές συζητήσεις.

Αναπόδραστο, ασφαλώς, αναδεικνύεται το ερώτημα -σε συνθήκες μιας χωρίς προηγούμενο παγκόσμιας κρίσης: ποιος ρυθμίζει την agenda; Το γερμανικό και -σε ένα βαθμό- το αμερικάνικο παράδειγμα, καταδεικνύουν πως οι ανθρώπινες φοβίες, οι εμμονές των ελίτ (λ.χ. για τη Γερμανία το σύνδρομο της Βαϊμάρης), οι περιορισμένες εμπειρίες, αλλά και οι εσωτερικευμένες προκαταλήψεις των ηγεσιών, κρίνουν εν πολλοίς επιχειρησιακές διαδρομές με ισχυρά ανορθολογικά χαρακτηριστικά, όπως πολλοί αναλυτές ήδη επισημαίνουν. Υπό το πρίσμα αυτό, ο τουρισμός, δηλαδή το πλέον πληττόμενο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο (και όχι τομέας!) από την τρέχουσα πανδημική κρίση, προβάλλει ως προνομιακό πεδίο ιχνηλάτησης διεθνικών συγκρούσεων, αλλά και εσωτερικών (εντός των κρατών) διαφοροποιήσεων συμφερόντων. Όσο κι αν ο «ερευνητικός πυρετός» για την παρασκευή του φαρμάκου (αλλά κυρίως για την ανακάλυψη του εμβολίου), δηλαδή των sine qua non προϋποθέσεων αποκατάστασης του διεθνούς τουρισμού εντείνεται παγκοσμίως, τόσο το έλλειμμα συντονισμού σηματοδοτεί την άρνηση κοινού βηματισμού. Στο πλαίσιο της «Παγκοσμιοποίησης 2.0» που συντελείται με ραγδαίους ρυθμούς, ο τουρισμός εξελίσσεται στη διεθνή δημοσιογραφική επικαιρότητα ως το πεδίο «δοκιμασίας» κάθε πρότασης υπέρβασης της κρίσης, συμπεριλαμβάνοντας πέραν της φιλοξενίας, τις μεταφορές, την εστίαση, την ψυχαγωγία, κα., δηλαδή τις ανθρώπινες διαδράσεις που κατεξοχήν απειλεί δραματικά ο CoVid19.

Μια -κάπως ξεχασμένη στην εποχή μας- υπερεθνική οντότητα, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας (ILO), απηύθυνε δραματική προειδοποίηση, αναφέροντας ότι το μισό εργατικό δυναμικό του πλανήτη, δηλαδή 1,6 δις άνθρωποι, που εργάζονται κυρίως στην «ανεπίσημη οικονομία», με ελάχιστη ή και καμία εργασιακή ασφάλεια, βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο πλήρους απώλειας των προς το ζην τους. Με την επισφάλεια να καθίσταται σχεδόν ενδημική. Παράλληλα, κυβερνήσεις, οργανισμοί, επιχειρήσεις, συνδικάτα και πάσης φύσης συλλογικότητες συνήθως διαφωνούν ως προς τους χειρισμούς, αλλά ομονοούν στο ότι ασύμμετρα φαινόμενα απαιτούν ριζικές (ανα)διευθετήσεις, λ.χ. μεταβολές στο ταξιδεύειν.

Αλλά τι σημαίνει άραγε η «διαφοροποίηση των τουριστικών προτύπων» που συζητιέται θεωρητικά με έμφαση, όταν καταλήγουμε στην απαιτούμενη λειτουργικότητα των ενεργειών εφαρμογής που προτείνονται; Λέξη - καραμέλα των ημερών, η αποκρυστάλλωση νέων, εξαιρετικά δαπανηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων σε μεταφορές και φιλοξενία.

Σημείο-κλειδί προφανώς είναι ο εντοπισμός της ισορροπίας μεταξύ της επιζητούμενης «ασφάλειας» και της «βιωσιμότητας» των -ετερογενών- τουριστικών επιχειρήσεων. Ανεκπαίδευτο για κάτι τέτοιο, το εργατικό δυναμικό και οι εκπρόσωποι του εγείρουν περισσότερα ερωτήματα διασφάλισης για την υγεία των εργαζομένων από όσα τυχόν καλύπτονται. Εξάλλου, «τα ξενοδοχεία δεν έχουν φτιαχτεί για να λειτουργούν ως παραρτήματα νοσοκομείων», δηλώνουν με περισσό σκεπτικισμό κάποιοι Έλληνες ξενοδόχοι. Στο ίδιο κλίμα, δεδομένου πως για τις αεροπορικές εταιρείες η μεσοσταθμική κερδοφορία των προγραμματισμένων πτήσεων προϋποθέτει πληρότητα μεταξύ 70-72% , η εγειρόμενη επιλογή της μη-κάλυψης του «μεσαίου καθίσματος» (= -33% κατ’ ελάχιστον), καθιστά τέτοια δρομολόγια ζημιογόνα. Και αν ενδεχομένως επιμέρους κράτη φαίνονται -ήδη- διατεθειμένα να παρακάμψουν «ευρωπαϊκά θέσφατα» χρηματοδοτώντας τέτοια ελλείμματα για εσωτερικά δρομολόγια (λ.χ. Lufthansa για τη Γερμανία, Air France-KLM για Γαλλία, κ.α.) επί ποινή προστίμων για τις παραβιάσεις, φαντάζει ουτοπική η προσδοκία (επί)χορήγησης των αερομεταφορέων για τη διεξαγωγή διεθνών πτήσεων. Δεδομένης της εξάρτησης του ελληνικού τουρισμού από τις αερομεταφορές εξωτερικού σε ποσοστό ~75%, γίνεται αντιληπτός ο βαθμός «αιχμαλωσίας» του τόσο από τις κεντρικές ευρωπαϊκές πολιτικές επιλογές που ζυμώνονται στο παρασκήνιο όσο και από τις αποφάσεις των αεροπορικών εταιρειών, πολλές από τις οποίες τελούν μεταξύ κλυδωνισμού και κατάρρευσης.

Σε μια πρωτοφανή -ιστορικά- στιγμή, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού (UNWTO), για πρώτη φορά καταγράφει ταξιδιωτικές απαγορεύσεις επί του παρόντος στο 100% των τουριστικών προορισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συνυπέγραψε αυτή τη εβδομάδα μαζί με άλλους οκτώ μεσόγειους εταίρους κοινή θέση, στην οποία υπογραμμίζεται η υποχρέωση της Ε.Ε. να υποστηρίξει, μέσω του προγράμματος SURE καθώς και μέσω του Πανευρωπαϊκού Ταμείου Εγγυήσεων, τη στρατηγική διατήρησης των παραγωγικών δομών και της απασχόλησης στην τουριστική βιομηχανία, καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης. Ασφαλώς, η ευεξήγητη παρατηρούμενη αδράνεια ή αδυναμία των αρμόδιων ευρωπαϊκών μηχανισμών να λάβουν προς ώρας δραστικά μέτρα, δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξηγήσεις.

Συνδυαστικά με τα παραπάνω, το σκοτάδι αναφορικά με τις προθέσεις των ισχυρών διεθνών tour-operators που δίνουν το στίγμα στην αγορά δεν επιτρέπει καμιά ρεαλιστική εκτίμηση για τον καλοκαιρινό εισερχόμενο τουρισμό φέτος - σε μια χώρα που οι αμιγείς εισροές υπερβαίνουν τα 25 δις ευρώ (ΑΕΠ 2019) και απασχολεί 700.000 εργαζόμενους, ενώ έμμεσα ο πραγματικός αριθμός των εμπλεκόμενων πιθανώς ξεπερνάει το 1.000.000.Υπό τις συνθήκες αυτές, η συντριπτική πλειοψηφία των ισχυρών επιχειρηματικών εταίρων (stakeholders) στον ελληνικό τουρισμό εκτιμά πως, μετά τις 30 Ιουνίου (θεωρητική ημερομηνία έναρξης λειτουργίας των ξενοδοχείων θερινής διαμονής, σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες), το ποσοστό των καταλυμάτων που θα ανοίξουν φέτος στην επικράτεια θα κυμανθεί αισθητά κάτω από το 50%. Επομένως, στη βάση της εργασιακής πυραμίδας (στο «τουριστικό προλεταριάτο»), η κατάσταση για την Ελλάδα διαγράφεται όντως ζοφερή. Κατακερματισμένος σε ποικίλες ειδικότητες, εποχικά απασχολούμενος και συχνά κακοπληρωμένος, ο κόσμος της εργασίας περί τον τουρισμό αντιμετωπίζει το φάσμα της ένδειας και -για να είμαστε ειλικρινείς- οι προνοιακές παροχές από την Πολιτεία, που αναμφίβολα απαιτείται να αυξηθούν, δεν επαρκούν.

Στον τόπο που οι οικονομικές ελίτ κοιμήθηκαν ως φιλελεύθεροι και -κυριολεκτικά- ξύπνησαν «κευνσιανοί», προβάλλουν ευδιάκριτα κατά την άποψη μου δύο απαράβατες αναγκαιότητες ως ισχυρά προτάγματα, αλληλένδετα μεταξύ τους. Θα επικαλεστώ την εδραία ιστορική εμπειρία για να τα αρθρώσω:

Αρχικά, τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις για τη δημόσια πρόνοια για τους εργαζόμενους πολίτες, στις προκύπτουσες συνθήκες. Υπενθυμίζω, πως στην καρδιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τίποτε δεν είχε ακόμη κριθεί (Νοέμβριος 1942), ο οικονομολόγος William Beveridge δημοσίευσε μια αναφορά, μέσω της οποίας εισηγούνταν ριζοσπαστικές (ground-breaking) μεταρρυθμίσεις στο βρετανικό σύστημα πρόνοιας της εποχής. Σε αντίθεση με το «Warfare State» που εκπροσωπούσαν οι Ναζί -εναντίον του οποίου μαχόταν η δημοκρατική οικουμένη στην τότε συγκυρία, ο οραματιστής Βρετανός πρότεινε μια νέα έννοια για το επερχόμενο μέλλον, το -γνωστό μας σήμερα- «Welfare State». Στο επιδραστικό αυτό κείμενο που κατέκτησε εξαρχής ανυπέρβλητη δημοφιλία, περιγράφονται αδρομερώς οι βάσεις της μεταπολεμικής αναθεώρησης που γνωρίζουμε σήμερα ως -πάλαι ποτέ- «Κράτος Πρόνοιας». Πρόκειται για μια αντίληψη (δημόσιας) μέριμνας στις «Χρυσές Δεκαετίες» του περασμένου αιώνα που δημιουργήθηκε πάνω στις στάχτες του Πολέμου και έδωσε ελπίδα και ασφαλώς πνοή ζωτική σε μια σειρά από χώρες -μέσα από έκκεντρες διαδρομές και (κατόπιν αγώνων) και στη δική μας. Μια υπόρρητη θεσμική κρηπίδα για τον (δυτικό) κόσμο [και κυρίως (!) τα όποια επιτεύγματα του] - που σήμερα καταντήσαμε να βλέπουμε σε «ταινίες εποχής» στο Netflix...

Δίπλα σε αυτό -για την ακρίβεια, χέρι-με-χέρι-, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, στην Ελλάδα (του Εμφυλίου) η τιτάνια μεταπολεμική διαδικασία ανάταξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών διόλου τυχαία έλαβε την εμβληματική ονομασία Ανασυγκρότηση. Σημαδεύτηκε από τερατώδεις σε όγκο καταγραφές και ταξινομικές προσπάθειες αποτύπωσης της δυσμενέστατης κατάστασης και των δυνατοτήτων επανεκκίνησης. Παρήγαγε παθιασμένες συζητήσεις σε τεχνικά ή πολιτικά έντυπα, αλλά ξεδιπλώθηκε και από τις στήλες του Τύπου. «Η Ανασυγκρότησις, υπό την ελληνική έννοιά της, διαλαμβάνει τόσον την αποκατάστασιν των εκ του πολέμου επανεχθεισών εις την χώραν φθορών, όσον και την περαιτέρω ανάπτυξιν των παραγωγικών της δυνάμεων διά της ενδεδειγμένης τούτων αξιοποιήσεως», επισημαίνεται στο γενέθλιο θεωρητικό κείμενό της το 1947.i

Χωρούν τέτοιες παρομοιώσεις ή προκύπτουν αναλογίες; Ασφαλώς, η υφήλιος σήμερα δεν βγαίνει από έναν αντίστοιχο πόλεμο, μάλιστα στο μέτρο που οι παραγωγικές υποδομές (των τουριστικών συμπεριλαμβανομένων) παραμένουν άθικτες, κάθε μνεία περί «πολέμου», δηλαδή για τη μοναδική συγκρίσιμη κατάσταση [οικονομικών] απωλειών, παραμένει άστοχη. Έστω και βραχυπρόθεσμα, όμως οι επιπτώσεις του Covid19, ενσκήπτουν ως σφοδρό τσουνάμι που θα πλήξει δομικά την οικονομία και θα δοκιμάσει τις αντοχές της κοινωνίας. Εξάλλου, η ίδια αυτή λέξη «κοινωνία» ηχεί ενίοτε σαν κακόηχο αστείο: σε καταστάσεις οριακής επιβίωσης για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, πώς μπορεί να νιώσει κάποιος (ειδικά οι νεότεροι) μέλος ενός συνόλου που δεν τον περιλαμβάνει; Σε έναν ουρανό που δεν έχει θέση γι’ αυτόν; Όλα αυτά μάς υπαγορεύουν το αίτημα: την επίσπευση χάραξης ενός ενδογενούς πλαισίου για το αύριο που να υπερβαίνει όσα γνωρίζουμε στις γραμμές που είχαμε επιμελώς εσωτερικεύσει- με θεμελιώδη γνώμονα τη βιωσιμότητα.

Κατά συνέπεια, εκκρεμεί ως βασικό ζήτημα η υλική νοηματοδότηση του μέλλοντος, στον αστερισμό ενός συνολικού μακροπρόθεσμου πλάνου με ολιστικές αξιώσεις. Ο τουρισμός δεν μπορεί ως ο μυθικός Ανταίος να καλύπτει στο διηνεκές τα ανεπίλυτα παραγωγικά κενά της Χώρας·ii γιατί ο γδούπος της πτώσης θα είναι πρόδηλα ηχηρός. Αντίθετα, απαιτείται, ως ατμομηχανή της εγχώριας ανάπτυξης, να πλαισιωθεί από κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας στο επίκεντρο ενός ορθολογικού, πολυ-επίπεδου, μακροπρόθεσμου σχεδιασμού που θα συνδυάζει την αυτάρκεια με το αναλογούν μέρισμα για τους εμπλεκόμενους. Η αναστροφή της ύφεσης - απειλής προϋποθέτει αφενός την εγκαθίδρυση μιας άλλης σχέσης κράτους και αγοράς που θα ανοίγει θέσεις εργασίας κινητοποιώντας λιμνάζουσες ανθρώπινες δεξιότητες, ενώ αφετέρου θα εγγυάται ρήτρες κοινωνικής αναδιανομής.

«Οι ελπίδες», λέει ο Πίνδαρος, «είναι τα όνειρα όσων δεν κοιμούνται». Το αύριο είναι ήδη εδώ και χρόνος για (επ)ανάπαυση δεν βρίσκεται πια.

* Εμπειρογνώμονας τουριστικής πολιτικής & ανάπτυξης

i Αρχείο Δοξιάδη, φάκ. 22780, «Program and Scope of the Greek Board of Reconstruction».

ii Για την ιστορική ανάδυση του Τουρισμού στην Ελλάδα, βλ. Άγγελος Φ. Βλάχος, Τουρισμός και Δημόσιες Πολιτικές στη Σύγχρονη Ελλάδα (1914-1950), Αθήνα, 2016.

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0